The Boy- Friend

Σπουδάζαμε μαζί, δυστυχώς μόνο για λίγο, είναι αρκετά γρήγορος στη σκέψη όπως κι εγώ, γεγονός που μας έφερε κοντά από την πρώτη στιγμή.

Κοινό χιούμορ, κοινά ενδιαφέροντα κοινοί πόνοι, δέσαμε.

Υπήρχε ανέκαθεν ένα αμοιβαίο ενδιαφέρον αλλά εντελώς «απροσδιόριστο».

Πιο πολύ μας έδεναν η κοινή αντιμετώπιση στα πράγματα και ο Οbi-Wan Kenobi απ’ οτιδήποτε άλλο.

Δεν νομίζω ότι υπήρξαμε όντως attracted.

Ενώ είχαμε περάσει μόνο ένα χρόνο σε κοινή παρέα, όπως είπα, είχαμε κρατήσει επαφή. Τη στοιχειώδη έστω.

Μετά από χρόνια λοιπόν ξαναβρισκόμαστε από κοντά στην Αθήνα πια.

Τον καλώ στο ωραιότατο διαμέρισμα μου (με θέα πάντα, ο.τι κάνω είναι με θέα) καθώς δεν έχω χρήματα για οτιδήποτε άλλο.

Εκείνος δέχεται φυσικά το σεξουαλικό όπως νόμιζε (και δεν τον αδικώ) κάλεσμά μου και εμφανίζεται στην πόρτα με ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, παλαιωμένο.

Αξιοπρεπέστατος και άκρως γοητευτικός, αναλλοίωτος στο χρόνο, σαν τον 007 και σαν το ’07.

Είχα ήδη παρέα οπότε έκατσε μαζί μας, στο μπαλκόνι.

Πατουσάκια στα κάγκελα, το αλκοόλ να ρέει και αέρας Αυγουστιάτικος ολόγυρα.

Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Λίστα από το «κασετόφωνο»;

Είχαμε και τέτοια!

Κάποια στιγμή με τα πολλά, μείναμε οι δύο μας.

Τέτοιο παθιασμένο φιλί είχα καιρό να νιώσω. Εννοείται πως δεν το περίμενα.

Υπήρχε ένα κάποιο παρελθόν αλλά ήταν στα πλαίσια του «είμαι 20 βράζει το αίμα μου».

Δεν το πήρα στα σοβαρά καθόλου.

Παρ όλα αυτά, εκείνο το βράδυ αναθεώρησα, καθώς ακολούθησαν σκηνές ιδιαίτερα αποκαλυπικές και αναπάντεχες.

Μόλις τελείωσε λοιπόν το όλο πράγμα, αρχίζουν τα γέλια, η γνώριμη πλάκα και η οικειότητα.

Αρχίζουμε γι ακόμη μια φορά να συζητάμε πώς ράγισε η δική μου καρδιά και πώς γιατρεύεται η δική του.

Συνεχίζουν οι συμβουλές εκατέρωθεν, τα στριφτά τσιγάρα και το κρασί.

Όταν έφτασε η ώρα του αποχωρισμού, βάζουμε ο καθένας τα ρούχα του, αρκεί ένα πεταχτό φιλί κι αντίο σας.

Με αυτό το παράδειγμα και μόνο θα μπορούσα να επιχειρηματολογώ ώρες ολόκληρες για το ότι: «Ναι! Υπάρχουν φίλοι με κάποια μπόνους βρε αδερφέ».

Αλλά ευτυχώς ή δυστυχώς ήταν one night stand οπότε τα χέρια μου είναι δεμένα.

Ώρες ώρες απλά εύχομαι όλα να ήταν όλα τόσο απλά και όμορφα όπως εκείνη η νύχτα.

Να υπάρχει και καλό σεξ, και η αγκαλιά μετά (απαραίτητη για μένα) και όλα αυτά να είναι αληθινά, χωρίς «στο βάθος κήπος».

Χωρίς δεύτερες σκέψεις, χωρίς τίποτα.

Μάλλον ήμουν τυχερή κι εδώ. Γι αυτό επέλεξα να το αφηγηθώ. 🙂

To boy- friends λοιπόν!

To global friend zone and of course to world peace.

Ο CEO

Ήταν ένα βράδυ καλοκαιρινό.

Μόλις είχα τελειώσει τη δουλειά και θα πήγαινα να συναντήσω τη φίλη μου σε μια δροσερή κι ευάερη ταράτσα!

Παίρνουμε τα ποτά μας, παραγγέλνουμε και κάτι για τη μέση (ξέρετε πως πάνε αυτά) και ξεκινάει η κουβέντα.

Είχαμε αρκετό καιρό να βρεθούμε μιας και μένουμε σε διαφορετικές ηπείρους οπότε ήμασταν απόλυτα απορροφημένες η μία από την άλλη.

Έρχεται κάποια στιγμή να κάτσει δίπλα μας μια παρέα «μικρών», πρέπει να ήταν γύρω στα 24.

Άρχισε ένα κάποιο καμάκι, βγήκαμε και «γνωστοί», κατά τρόπο που δε θα αναλύσω εδώ, οπότε γίναμε άθελά μας μια παρέα.

Το άθελα, το εννοώ.

Είχα τόσο καιρό να δω τη φίλη μου ώστε δεν υπήρχε χρόνος για τσιτσίνισμα.

Παρ’ όλα αυτά ήταν ένας τύπος που επέμενε, και επέμενε και επέμενε.

Έ, στο τέλος τον είπα καραγκιόζη.

Αυτό ήταν! Με αγάπησε.

(Πως σκέφτεστε οι άντρες, δε θα καταλάβω ποτέ).

Με αγάπησε λοιπόν και με εξαιρετικά διπλωματικό τρόπο απέσπασε και τον αριθμό του κινητού μου.

Old school ο πιτσιρικάς και αποτελεσματικότατος.

Μετά από δύο κλίσεις αναπάντητες είπα να το σηκώσω.

Όταν κάποιος που έχει γεννηθεί το ’94 σε παίρνει το 2018 στο τηλέφωνο, απλά το σηκώνεις.

Μιλήσαμε λοιπόν, βγήκαμε και ένα πρώτο ραντεβού το οποίο ήταν ίσως το καλύτερο που έχω πάει και μετά… «silver altert».

Εξαφανισμένος ο μικρός για κάνα 10ήμερο.

Δεν ασχολήθηκα περαιτέρω.

Έτσι κι αλλιώς κι αυτός εμένε εκτός Ελλάδας, θα έφευγε σύντομα, δεν είχα να περιμένω κάτι.

Μετά την επιστροφή απ το Βερολίνο, όπως έμαθα εκ των υστέρων, μου τηλεφώνησε για να μου πει τα νέα του και να μου ζητήσει να κανονίσουμε νέα συνάντηση άμεσα.

– Ωραία, του λέω.

– Είμαι από κάτω, πάρε μαγιό και κατέβα, μου λέει.

Αιφνιδιάστηκα!

Δε θα κρύψω όμως ότι υπέκυψα σχετικά εύκολα καθώς είναι η αδυναμία μου αυτά τα ξαφνικά.

Δείχνουν τρέλα και καμιά φορά και χαρακτήρα.

Κατεβαίνω σχεδόν τρέχοντας τις σκάλες κι μπαίνω μέσα στο αυτοκίνητο με τη χαβαγιάνα κι ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά.

Μου λέει τότε το αγόρι:

– Μη φρικάρεις αλλά έχω κλείσει δωμάτιο σε ξενοδοχείο.

Τι να μη φρικάρω χρυσέ μου! 5 χρώματα άλλαξα με τελική επιλογή το εκρού. Μου έφυγε και το χαμόγελο.

Πέρασαν από μπροστά μου όσα επεισόδια κόκκινου κύκλου είχα δει (μαζί με το σαουντρακ) και πόνεσαν τα μάτια μου να τον παρατηρώ εξωνυχιστικά για να δω αν «τον έχω» σε περίπτωση που χρειαστεί να παίξουμε ξύλο.

Ευτυχώς κάτι κατάλαβε από όλα αυτά και έσπευσε να βάλει τέλος στο μαρτύριό μου:

-Ήθελα να κάνω τζακούζι σήμερα, μου λέει, κι έχω κλείσει μια σουίτα.

– Θα πάω με ή χωρίς εσένα. Διάλεξε με την ησυχία σου.

Προσπερνάμε το surreal της κατάστασης, ότι δηλαδή είμαι στο αυτοκίνητο ενός τύπου που δεν ξέρω για να πάμε μαζί σε σουίτα με τζακούζι, και καταλήγουμε με ασφάλεια στον τρίτο όροφο πολυτελούς ξενοδοχείου.

Τον εμπιστεύτηκα πάρα την τρομάρα μου.

Δεδομένης της ηλικίας και του τίτλου της ιστορίας, και λίγα κάνει!

Εκεί λοιπόν, ανάμεσα στις μπουρμπουλήθρες, βρίσκομαι εγώ ένα βράδυ καθημερινής να πίνω σαμπάνια και να ακούω τζαζ.

Τύφλα να χει η Σάρα- Τζέσικα (Πάρκερ).

Το όνειρο κράτησε μέχρι να μουλιάσω και ήταν πραγματικά υπέροχο.

Και η συζήτηση και η ατμόσφαιρα και η παρέα. Ήταν όλα άψογα.

Αφού στέγνωσα τα ωραία ροζ μαλλιά μου και ξετυλίχτηκα απ το μπουρνούζι μου, πήρα ένα ραδιοταξί παρακαλώ, και γύρισα απόλυτα ικανοποιημένη στο σπίτι.

Ξυπνούσα νωρίς αύριο.

Αυτός θα έμενε, όπως είχε πει, με ή χωρίς εμένα.

Οπότε τον ευχαρίστησα μέσα απ την καρδιά μου και τον άφησα «χωρίς».

Ι wasn’t in the mood really.

Πάντως ήταν απ τα καλύτερα και σίγουρα πιο ασυνήθιστα ραντεβού που έχω πάει ποτέ.

(Μη κράζουμε μόνο, ας πούμε κι ένα καλό λόγο. Όπως υπάρχουν τα «άλλα», υπάρχουν και «αυτά» 🙂 )

«Κι αν λέω ψέματα…»

Ήταν άνοιξη κι εγώ ήμουν κλεισμένη στο δωμάτιο με λίτρα καφέ, ακουστικά και διάβασμα.

Την άνοιξη τη μισούσα πάντα γιατί ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με εξετάσεις.

Μία οι ενδοσχολικές, μία οι ξένες γλώσσες μετά η εξεταστική. Πόσα να αντέξει μια νεανική ψυχή;

Καμία ανεμελιά και καμία χαρά στη δική μου φύση, μηδέν.

Έτσι και τότε, είχαν αρχίσει οι μυρωδιές και τα χρώματα μα εγώ απείχα.

Ήταν ακόμη ένα βράδυ με στρες και απελπισία μέχρι που χτυπάει το τηλέφωνο.

Είχα πρόσκληση για ταινία. Είχα και σχέση βέβαια τότε (αυτή με τη σκόνη και τα θρύψαλα) οπότε λέω τι ψυχή έχει μια ταινία, ειδικά όταν είναι του Ταραντίνο.

Πήγα λοιπόν σε ένα πολύ ωραίο σπίτι στο κέντρο με εξαιρετική θέα. Είχε ξύλινο πάτωμα, γωνιακό χουχουλιάρικο καναπέ, πίτσα, μπύρες και παγωτό.

Μιλάμε για «το τέλειο σπίτι».

Όλα αυτά μαζί με την complicated διάθεσή μου έκαναν την παρέα να φαντάζει ελκυστική.

Ξεκινάει η ταινία, την είχα ξαναδεί και στην τελική ποιος νοιάζεται.

Αυτό που μας ένοιαζε ήταν ότι ξεκινάει και το χέρι του να χαϊδεύει απαλά το πόδι μου, τα χέρια μετά να μπλέκονται τρυφερά μεταξύ τους και σιγά σιγά ακουμπάει το κεφάλι του στον ώμο μου.

Στο ύψος μου εγώ (1.63).

Δεν αντιδρούσα αλλά δε σιγοντάριζα κιόλας.

Μη το κουράζω, τελειώνει η ταινία και λίγο πριν φτάσουμε στην «πρώτη βάση» τα μαζεύω άρον άρον και φεύγω.

Έμεινε ο κύριος παγωτό, να κάνει παρέα στο άλλο.

What to do!

Με έπιασαν οι τύψεις κι έγινα καπνός.

Πάνω στην αναταραχή, εννοείται πως μου έχει ανοίξει η όρεξη.

Η ώρα είναι γύρω στις 4, δεν αγχώνομαι, παίρνω μία φίλη που ήξερα ότι θα είναι ξύπνια και κανονίζουμε μεταμεσονύκτια συνάντηση (περιέχει τοποθέτηση προϊόντος) στα KFC.

Στο δρόμο του guilty pleasure και ενώ σκέφτομαι ότι δεν έγινε τίποτα, που όντως δεν είχε γίνει, ότι δεν πιάνεται σαν ατόπημα ότι είναι σα να μην πήγα εκεί ποτέ, ένας κουβάς με νερό με επαναφέρει στην πραγματικότητα.

Δεν αστειεύομαι.

Όπως είχα εγώ όρεξη για μπεργκερ, είχε και ο ένοικος του πέμπτου για μπουγέλο.

Με πέτυχε και καλά ο άτιμος, τον έφαγα όλο τον κουβά (εννοώ το νερό).

Ήταν φανερό πως κάποιος μου έκανε πλάκα, κάποιος «από ψηλά».

Φτάνω στο μαγαζί σαστισμένη και λούτσα, με βλέπει η φίλη μου, που ήξερε που ήμουν, και με ρωτάει:

1. -Έβρεξε;

(True Story! Άλλο τζιμάνι κι αυτή)

2. – Συγγνώμη, αλλά πώς τη βρίσκετε εσείς;

Ηθικό δίδαγμα/ Όταν είμαστε σε σχέση:

1. Κομμένο το φλερτ. Μαχαίρι.

2. Αν πάμε δε και για φαΐ μετά… να πέσει κουβάς να μας κάψει!

Ο Ιζνογκουντ

Γνωριστήκαμε πριν αρκετά χρόνια σε αλτερτατιβ απομακρυσμένο νησί.

Είναι εντελώς του γούστου μου εμφανισιακά.

Τότε χαμογελούσε κιόλας, συχνά, που του πήγαινε πολύ.

Οι διακοπές κύλησαν παραπάνω από ευχάριστα.

Όλη μέρα vitamin sea κι όλη νύχτα βόλτες και milky way.

Δεν ξέρω ποιο friendzone- ξόρκι έδρασε πρώτο (το δικό μου ή το δικό του) πάντως η κατάσταση ήταν αυτή: φίλοι και τίποτε άλλο.

Από τότε τα χρόνια πέρασαν μ εμένα ν’ ακούω με μεγάλη προσοχή για όλες τις «γκόμενες» σε όλες τις στάσεις και όλες τις τάσεις πίνοντας μπύρες τις Πέμπτες, ώσπου ένα βράδυ χωρίς καλά καλά να το καταλάβω, «έγινα» μία από αυτές.

Μετά από ένα πάρτι σε ταράτσα με θέα την Ακρόπολη, τα μάγια λύθηκαν.

Ήταν ο χορός; Ήταν η θέα; Ήμουν εγώ θεά; Πάντως με βουτάει ο κύριος και μου δίνει ένα μεθυσμένο φιλί. Μιλάμε είδα αστεράκια.

Ξεπερνάω το αρχικό σοκ αλλά ψαρώνω.

Όντας κάπως μεγαλύτερος και κάπως ‘κακόγουστος’ για womanizer… δεν έβρισκα θέση για μένα στο πλάνο του, με τίποτα.

Ψαρώνω, αλλά φλερτάρω με την ιδέα.

Θεωρητικά, πληρεί όλα μου τα κριτήρια, οπότε λέω, let’s give it a try.

Το ένα φιλί φέρνει το άλλο, το τρίτο φέρνει πρόσκληση σε lunch και το τέταρτο πρόσκληση για 2 έργα σεξ, η αίθουσα κλιματίζεται.

Τα είδαμε και τα έργα (τέτοια έργα δεν είχα ξαναδεί), οπότε είπα να κάνω μια επανάληψη για να τα εμπεδώσω.

Οι προβολές κυλούσαν άνετα για κάποιο διάστημα ώσπου ήρθαν οι δύσκολες μέρες του μήνα και άρχισαν τα: «μου αρέσει αυτό που έχουμε, άλλα δεν είμαι σε φάση».

Δεν έδινα σημασία εγώ, κι όσο δεν έδινα, τόσο ή «φάση» συνεχιζόταν κι όσο αυτή συνεχιζόταν, τόσο εγώ τσίτωνα.

Δε γίνεται κύριε να με καλείς στο σπίτι σου, να κοιμόμαστε μαζί αγκαλιά τύπου χταπόδι (ασφυκτικά σημαίνει αυτό).

Να μου φτιάχνεις πρωινό να κάνουμε χαζομάρες και μετά να το παίζεις αεροσυνοδός: «φωτεινές επιγραφές θα σας οδηγήσουν με ασφάλεια στην έξοδο».

Έσκασα κι εγώ εντός μου και είπα εκτός μου ότι είναι καλύτερα να διακόψουμε και να γυρίσουμε πάλι στις Πέμπτες με τις μπύρες.

Τι είχαμε τι χάσαμε.

Και τότε συνέβη το απρόβλεπτο.

Ενώ δεν έχουμε μιλήσει καθόλου και εικάζω ότι απλά επεξεργάζεται τα όσα του είπα, εκείνος μου στέλνει το αμίμητο.

«Το ξέρω ότι είσαι ερωτευμένη μαζί μου, και τώρα που θα σε παρατήσω θα κλαις και θα σέρνεσαι, αλλά δεν υπάρχει ελπίδα για μας, πρέπει να με ξεπεράσεις».

Μπάστα μικρέ μου Νάρκισσε!

1. Ερωτευμένη; you wish!

2. Θα με παρα…τι;

3.Θα κλαίω και θα σέρνομαι;

(Κατ’αρχάς δεν είναι του τύπου μου το σύρσιμο. Δε μου πάει, δε το κάνω :p)

Πιάστε 100 χρόνια μοναξιάς στον κύριο σας παρακαλώ, μέχρι να μάθει να ΦΈΡΕΤΑΙ σε μια κυρία.

Mr. Tinder

Πάλι ήμουν σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, ήμουν σε μια φάση τραγική.

Πάλι είχα χωρίσει.

Πάλι είχε κατακερματιστεί το εγώ μου πάλι είχαν ανοίξει οι πληγές μου και πάλι είχα καιρό να κάνω σεξ.

Go with the flow σκέφτηκα, μπορώ να δοκιμάσω τις λύσεις της σύγχρονης εποχής, τι έχω να χάσω;

Έτσι λοιπόν, χωρίς αναστολές, έκανα λογαριασμό στο tinder.

Διάλεξα δύο φωτογραφίες «επιπέδου», μία με μαγιό, και να!

Ήμουν έτοιμη να πλασαριστώ στην ονλαιν αγορά των s1ngles.

Είχε πιαστεί ο αντίχειρας να γυρνάει τις σελίδες, έτσουζαν τα μάτια μου απ’ αυτά που έβλεπα αλλά ως συνήθως δεν πρόσεξα καμιά απ τις ενδείξεις και συνέχισα δυναμικά την αναζήτηση μου.

Πέφτω κάποια στιγμή σε δύο γαλάζια μάτια που συνοδευόταν άρτια, από 6 φέτες (όχι ψωμί, ούτε «ήπειρος», τις άλλες που ξεκινάνε απ το στήθος και σταματάνε πάνω απ το μαγιό).

«Εδώ είμαστε», λέω και ξεκινάω το αναγνωριστικό stalking.

Σεφ αυτός (καλά πάμε), φίλος του βιβλίου (πολύ καλά παμε), στα 200 μέτρα από μένα (μπινγκο!).

Δεν άργησε να γίνει το «ταίριασμα», γιατί αρέσω παιδί μου αρέσω, και κανονίζεται τσάκα τσάκα η συνάντηση.

Πάλι το έριξα στις αλκοολούχες μαργαρίτες, for you to seem even more interesting, έγινε και αυτό που (δεν) έπρεπε να γίνει διότι ήταν από τα χειρότερα της ζωής μου και ξεκινάει νέος κύκλος επεισοδίων στην Ερτ με τίτλο «ραντεβού στο φουαγιέ».

Ξεκινάμε το θέατρο λοιπόν.

Και να παραστάσεις στο Εθνικό, στο Παλλάς και γενικά μια γυροβολιά downtown τη ρίξαμε.

Ένα βράδυ μετά από παράσταση με ρωτάει:

– Έχεις κανονίσει κάτι γι απόψε;

– Όχι, του λέω.

– Ωραία, μου λέει, γιατί εγώ θα δω κάτι φίλους.

ΟK… πρόσκληση πουθενά στον ορίζοντα.

Φτάνουμε σε ένα μετρό οπότε λέω καλύτερα να φύγω, δεν υπάρχει τίποτα για μένα εδώ.

– Όχι, όχι μείνε λίγο ακόμα, μου κάνει, και φεύγεις με το επόμενο.

Δεν προλαβαίνω να απαντήσω και μου πιάνει μια άσχετη κουβέντα χωρίς κανένα νόημα ή αιτία.

Συμμετέχω κι εγώ δειλά, μην τον κακοκαρδίσω, αλλά όσο μιλάω αυτός κάνει κάτι νοήματα με τα χέρια και κοιτάει κάπου «μακριά».

Πάλι δε δίνω σημασία και προσπαθώ να τελειώσω την πρόταση για να φύγω.

Ξαφνικά τα νοήματα γίνονται πιο έντονα οπότε γυρίζω και βλέπω 7 μαντράχαλους ακριβώς από πίσω μου.

Με διακόπτει και μου λέει:

– Μπορείς να έρθεις μαζί αν θέλεις, αυτοί είναι οι φίλοι μου.

Ότι τι; περίμενε την έγκριση από το τελωνείο ο κύριος για να πιούμε ένα ρημαδοποτό όλοι μαζί;

Ένιωσα σαν αρνάκι γάλακτος στη βαρβάκειο τις μέρες του Πάσχα!

Κάπως έτσι βγήκαν και ο μιστερ και το τιντερ μια για πάντα απ τη ζωή μου.

Κι εγώ έγινα βετζετέριαν. #not

Σκόνη και Θρύψαλα

Είχα μόλις αρχίσει να ζω το μεγάλο έρωτα.

Εκείνον που σε σημαδεύει για πάντα στην καρδιά και ενίοτε στην αριστερή ωμοπλάτη, στη γάμπα, στα πλευρά ή όπου βολέψει τον τατουατζή εν πάση περιπτώσει.

Εκείνον, που νιώθεις ένα με τον άλλον, δεν μπορείς να κοιμηθείς, θέλεις να είστε συνέχεια μαζί, μονίμως χαμογελάς, ίσως κόβεται και η όρεξη σε κάποιους (φήμες λένε).

Αυτόν λοιπόν ζούσαμε κι εμείς περίπου 10 χρόνια πριν.

Έλα όμως που μετά από ένα φανταστικό καλοκαίρι γεμάτο σλιπινγκ μπαγκ, ιδρωμένα σεντόνια, πορτοκαλόπιτες και ελαφριά εγκαύματα η μοίρα θέλησε να χωριστούμε.

Αυτός εδώ, 2 ώρες μακριά με το αεροπλάνο εγώ.

Και να τα πήγαινε- έλα, και να τα τσεκ- ιν, και να αυξάνονται τα μίλια εξαργύρωσης για σχεδόν δυο χρόνια.

Ώσπου, αναπόφευκτα βρεθήκαμε σε φάση «break» κατά Ρος Γκέλερ και Ρέιτσελ Γκριν.

Εκείνο το βράδυ λοιπόν, με βρήκε να κλαίω με αναφιλητά και να τρώω μακαρόνια ενώ εκείνον σε ανέμελο φοιτητικό πάρτι να κάνει ανέμελο φοιτητικό σεξ (προφανώς δεν είχα ιδέα).

Την επόμενη μέρα, καταλαβαίνουμε ως δια μαγείας το «επιπόλαιο» της απόφασης, και σφυρίζουμε από κοινού τη λήξη του ταιμαουτ.

Ξανά καρδιοχτύπια, ξανά skype κλίσεις με το κιλό και περνάνε ακόμα 4 ροζ μήνες.

Μία αποφράδα μέρα του Φλεβάρη μου λέει η αγάπη μου

– Σε παρακαλώ, μη με πάρεις αύριο 5-8 γιατί δε θα το σηκώσω.

-Γιατί δε θα το σηκώσεις λατρεία μου;

Ρωτάω ελαφρώς συγχυσμένη.

-Δεν μπορώ να σου πω αστέρι μου

Ακολουθεί η ίδια συζήτηση σε επανάληψη για κανένα 15′ ώσπου αποφασίζει επιτέλους να ρίξει φως στο τούνελ.

Στα πλαίσια του «σ’ αγαπάω πάρα πολύ, θέλω μόνο εσένα, δε θέλω να έχουμε μυστικά» μου πετάει ο αγαπημένος μου την κεραμίδα στο δόξα πατρί.

Οι σφυγμοί σε ελεύθερη πτώση, η καρδία με κακώσεις, το μυαλό ξεκάθαρα νεκρό και το καρούμπαλο να φουσκώνει.

Δε φτάνει χρυσέ μου που είχε γίνει το κακό once, θα βγείτε και για καφέ κιόλας;

– Είναι πολύ κουλ αυτή

Μου απαντάει.

– Δεν είχε δεθεί συναισθηματικά.

Κούνια που τον κούναγε το δικό μου τον Σουηδό.

Η χυλόπιτα, εν τέλει, ήταν αναπόφευκτη και οδήγησε τη λεγάμενη να μου στέλνει στο ινμποξ (ξέφραγο αμπέλι τα δεδομένα τότε) ότι: eim4i mia f3t0la.

Θυμάμαι είχα ανατρέξει αμέσως στο γκουγκλ τρανσλειτ για αποκρυπτογράφηση και βρήκα πως επρόκειτο για υβριστικού περιεχομένου ατάκα της εποχής.

Το ξεπερνάω κι αυτό με όση αξιοπρέπεια μου είχε απομείνει (πολύ πολύ λίγη) και καταλήγω μπροστά στη μελιτζανί οθόνη του dell να βλέπω την αγάπη μου σε αναμμένα κάρβουνα.

Ενώ λοιπόν περιμένω ανυπόμονα ένα συγνώμη για τη ραγισμένη μου καρδιά μαζί με κάποια δάκρυα μεταμέλειας, γιατί όχι;

Έλαβα από την Αθήνα με αγάπη (πάντα) το εξής:

«Λυπάμαι που έγιναν όλα αυτά αλλά βιάζομαι, με περιμένουν τα παιδιά, έχουμε να πάμε σ ένα πάρτι και είχαμε χωρίσει τότε. Σ΄αγαπώ.»

Σκόνη και θρύψαλα λοιπόν και νύχτα, παρ’ τον!

Ο κύριος του κυρίου

Είχε περάσει μία Α περίοδος ξηρασίας οπότε έκανα το κλασσικό και ζήτησα από ένα φίλο να μου γνωρίσει ένα φίλο του.

Εξ ου και ο τίτλος.

Το κοννέ έγινε μεταξύ μπέργκερ και μπύρας οπότε όπως φαντάζεστε πήγε περίφημα.

Ακολούθησαν μαργαρίτες (τα ποτά) καθώς και τα σχετικά «μ αγαπάει δε μ αγαπάει».

Τελικά «αγαπηθήκαμε».

Νο strings attached ήταν ο τίτλος και όλο αυτό κράτησε περίπου 2 εβδομάδες.

Υπήρχε η πρέπουσα χημεία και τα σχετικά αλλά ως γνήσια γυναίκα ζήτησα λίγη παραπάνω οικειότητα.

Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε τέτοιες περιστάσεις σκέφτηκα, και βρέθηκα με το ωραίο μου παλτό στο σπίτι του, μήνα Νοέμβρη.

Ο κύριος μου ανοίγει με το μπουρνούζι (όχι δεν ήταν robe de chambre, ήταν κανονικό λευκό πετσετέ μπουρνούζι).

Μου έκανε μεγάλη εντύπωση η ΤΌΣΗ οικειότητα, δε λέω, αλλά προχώρησα στο σαλόνι.

Κάθισα αναπαυτικά στον καναπέ και φαντάστηκα ότι η συνέχεια περιλαμβάνει ένα χαλαρό ποτό καθώς και κάποια χάδια.

Εκεί που έχω αρχίσει να παίρνω το μοιραίο ύφος της αποπλάνησης λοιπόν, βγάζει ο μέσιε από την τσέπη (του μπουρνούζιου) το κινητό και αρχίζει να μου διαβάζει τα μηνύματα της πρώην του.

Μένω άλαλη εγώ, κυριολεκτικά, μέχρι που ζητάει τη γνώμη μου.

Ακολουθεί μια άκρως φιλική και αδιάφορη συζήτηση επί του θέματος ώσπου τέθηκε (ευτυχώς!) ένα τέλος.

Η ώρα είναι ήδη περασμένη, η λίμπιντο εντελώς πεσμένη οπότε προτείνω να παραγγείλουμε κάτι να φάμε. Μην πάει εντελώς στράφι η βραδιά, κρίμα είναι.

– Έχω φάει

Μου λέει και ξεντύνεται διακριτικά ενώ εγώ ντύνομαι διακριτικά και ετοιμάζομαι να φύγω.

Τον χαιρετώ εγκάρδια, τον φιλάω σταυρωτά και στο δρόμο προς την ηρωική έξοδο βλέπω μια ανέγγιχτη σακούλα Pizza Hut με την απόδειξη να αχνίζει ακόμα.

Ειλικρινά δεν ξέρω τι με πείραξε περισσότερο:

το μπουρνούζι;

το σεξ που δεν έκανα;

το πιλάτες που έχασα;

τα μηνύματα;

Ή το κομμάτι καρμπονάρας με αφράτη ζύμη που κράτησε για πάρτι του;

Νομίζω το τελευταίο.

(Μα να μου πει «έχω φάει;»)

Ο Β.Π.

Είχα γενέθλια!

Είχα απογοητευτεί ερωτικώς (βαριά) και είχα κι ένα φλερτ. Είχα κάνει σεξ με το συγκεκριμένο φλερτ, αλλά για πολλούς και καλούς λόγους παρέμενε φλερτ.

Ρομαντικής συσκευασίας αυτός, βασίλισσα θα με είχε.

«Και θα έρθω να σε πάρω, και θα σε πάω για ταινία, και να περάσουμε οι δύο μας τα γενέθλια σου, και και και.»

Δεν το είχα ξαναζήσει τόσο ρομάντζο (αλήθεια), οπότε κλείνω τα μάτια και λέω ένα μεγάλο «Ναι».

Δεν ήρθε ποτέ να με πάρει αλλά συναντηθήκαμε κανονικά στο σινεμά.

Πάω η εορτάζουσα στο ταμείο να μας πάρω λίγα ποπ κορν, που μου είχαν σπάσει και τη μύτη.

-Αλτ!

Μου φωνάζει

– Παχαίνουν.

Το καταπίνω αμάσητο, κάνω μεταβολή και γυρίζω άπραγη και νηστική να περιμένω στην ουρά ήσυχα ήσυχα μέχρι να ανοίξει η αίθουσα.

Με τον τίτλο της ταινίας δεν είχα ασχοληθεί, ειλικρινά δε θυμάμαι το γιατί.

Οπότε, όταν ανακάλυψα ότι θα βλέπαμε γνωστό εμετικό αισθηματικό σίκουελ ήταν ήδη πολύ αργά.

Ούτε φαγητό λοιπόν, ούτε γούστο.

Δεν πειράζει, είχα γενέθλια!

Τι μπορούσε να πάει στραβά;

(χαχαχα)

Τελειώνει ευτυχώς κάποια στιγμή η ταινία, κατά τη διάρκεια της οποίας εννοείται πως είχα υπολογίσει τα ποσοστά των ανδρών, των γυναικών, των «ελεύθερων» και των «ζευγαρωμένων» από τη βαρεμάρα.

Μόνο το εμβαδόν της αίθουσας μου ξέφυγε.

Anyway, τελειώνει η ταινία και θυμάμαι ότι δεν έχω πληρώσει τα εισιτήρια (που μεταξύ μας, όταν σου λέει ο άλλος «θα σου κάνω αυτό και το άλλο κλπ για τα γενέθλια σου» δεν πληρώνεις).

Ρωτάω παρ όλα αυτά, σαφέστατα:

– Τι χρωστάω;

– 15 ευρώ, μου λέει.

-15 ευρώ έχει η γκολντ κλας, του λέω

– Μήπως είναι 7.5;

– 15 έδωσα, επιμένει.

– Και για τα δύο έδωσες 15

Επιμένω εγώ, αλλά καθώς έχει αρχίσει να εξαντλείται η υπομονή μου του δίνω ένα 20ευρο.

Ας κεράσω και ας πάει στο καλό. Στην τελική γενέθλια έχω.

Παίρνω το 5ευρο ρέστα αποφασιστικά και σκέφτομαι ότι τουλάχιστον γλίτωσα.

Και τότε με αποτελειώνει:

– Μήπως μπορείς να μου δώσεις το 5ευρο για το πάρκινγκ;

Ναι φίλε, μήπως να σου δώσω και τη βενζίνη που έκαψες για να έρθεις μέχρι εδώ;

Χρειαζόμαστε αέρα στα λάστιχα;

ΚΤΕΟ; έχεις περάσει;

Όπως λέει κι ένας φίλος μου, μου κόστισε αυτή η γνωριμία…

Ο Θαρραλέος Τσιφούτης

Γνωριστήκαμε από κοινή παρέα σε μεζεδοπωλείο ένα βράδυ που έβρεχε (όντως).

Παιδί του ΕΜΠ κι αυτός, 2 χρόνια μεγαλύτερος μου.

Η έλξη ήταν έντονη και καταλυτική.

Λίγο τα τσίπουρα, λίγο τα κρασιά, λίγο η ατμόσφαιρα που ήταν ηλεκτρισμένη, λέμε δεν πάμε το επόμενο ΣΚ σε γνωστό κυκλαδίτικο νησί; Και ήταν και χειμώνας παρακαλώ.

Έτσι είπαμε και πήγαμε.

Εκεί βέβαια όπως όλοι καταλάβατε έγινε το μοιραίο.

Θέλεις το αεράκι; Θες ή μυρωδιά της θάλασσας; Θέλεις ο Μanu Chao με τα ‘me gustas tu’; Πάντως εμείς θέλαμε και έγινε και ήταν και πολύ ωραία.

Σε αυτό το ευχάριστο κλίμα κύλησε το υπόλοιπό ΣΚ και 10 μήνες ακόμα.

Τι που εγώ ήμουν εδώ κι αυτός μεταπτυχιακός μετανάστης;

Απτόητοι.

Και περνάει ο χειμώνας, έρχεται το καλοκαίρι. Και να τα κάμπινγκ και να τα παγωτά.

Και φεύγει και το καλοκαίρι και ξανάρχεται χειμώνας, ξανάρχεται λοιπόν κι αυτός και πέφτει στην αγκαλιά μου. Χαρά εγώ, κι από ενθουσιασμό άλλο τίποτα.

Από την άλλη αυτός, όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο γινόταν απόμακρος και δυσεύρετος.

Κάποια στιγμή που είχε φτάσει ο κόμπος στο χτένι και είχε αρχίσει να φριζάρει απ τα νεύρα το μαλλί, μου λέει:

– Αύριο μην κανονίσεις, θα έρθεις σπίτι να ανάψω και το τζάκι, να φάμε, να πιούμε κλπ κλπ».

-Εντάξει!

Είπα με ένα χαμόγελο που παίζει να ακούστηκε από το τηλέφωνο.

Ξημερώνει η επόμενη μέρα (ατελείωτη ήταν) ντύνομαι, στολίζομαι και πάω.

Το σκηνικό είναι βγαλμένο από αισθηματική κομεντί, το λιγότερο. Να τα κεριά, να το τζάκι, να οι φλοκάτες στα πατώματα να και ο κατάλογος από το Ταϊλανδέζικο (έχει σημασία).

Τρώμε, πίνουμε γελάμε, ακούμε μουσική, γδυνόμαστε, το επόμενο σε -όμαστε είναι προφανές, και όλα αυτά ξανά μανά απ την αρχή μέχρι που ήμουν ημιλιπόθυμη και εντελώς γυμνή στην αγκαλιά του.

Τότε λοιπόν μου λέει ο θαρραλέος:

– Θέλω να χωρίσουμε.

Τον κοιτάω σαν ροφός, εννοείται ότι η καρδιά μου έχει σταματήσει να χτυπάει…

-Τότε γιατί όλα αυτά;

Ρωτάω με μεγάλη δυσκολία.

– Σου άξιζε μία ωραία βραδιά.

Μου απαντάει.

Να σημειωθεί ότι πλήρωσα μόνη μου το Ταϊλανδέζικο γιατί «είχε ξεχάσει το πορτοφόλι του στο αυτοκίνητο».

Αυτό λοιπόν κατά τη γνώμη του ήταν μία ωραία βραδιά η οποία μου άξιζε κιόλας!!!

Τα συμπεράσματα δικά σας 🙂

Η πρώτη φορά

Ήμουν 18.

Είχα τελειώσει εδώ και σχεδόν ένα χρόνο το σχολείο και ήμασταν όλοι πλέον φοιτητές! Ωραίος τίτλος και πάρα πολλά υποσχόμενος.

Εκείνη την εποχή ανακάλυπτα δειλά δειλά την έλξη μου για το ΕΜΠ (η οποία να σημειωθεί ότι συνεχίζεται αμείωτη ακόμη και σήμερα). Δεν αναφέρομαι προφανώς στις εγκαταστάσεις, αλλά στο «περιεχόμενο». Αχ αυτό το ίδρυμα!

Ανέκαθεν είχα κλίση στις θετικές επιστήμες μα δεν με είχε ενημερώσει κάνεις σχετικά με τους θετικούς επιστήμονες.

Τότε, κάπου ανάμεσα στην ανάλυση 1 και την ανάλαφρη ζέστη του Απρίλη, γνώρισα το «Βλαδίμηρο» που είχε αυτό το κάτι. Είχε αυτή τη σπιρτάδα στο μάτι, τη γοητεία της αυτοπεποίθησης και αυτή την «ξερολίαση», που όσοι έχουν φίλους και γνωστούς μηχανικούς… απλά ξέρουν.

Από την άλλη εγώ, γλυκιά, ετοιμόλογη και σίγουρα τσαχπίνα, δεν ήθελε πολύ για να δέσει το γλυκό.

Μετά από ένα μήνα πολιορκίας και ανελέητου κυνηγητού από πάρτι σε πάρτι και από γιορτή σε γιορτή ξύπνησε το βιο-λογικότατο ρολόι μου που έλεγε «είσαι 18, βγαίνεις με το Βλαδίμηρο, ήρθε η ώρα να κάνεις σεξ».

Και έκανα!

2 φορές συνολικά, μπορεί και 3, καμία σημασία βέβαια δεν έχει διότι πονούσα μονίμως τόσο πολύ (no offence) που δεν χωρούσε κανένα άλλο συναίσθημα.

Είχα ακούσει για ηδονή και απόλαυση αλλά όπως είπα μόνο ακουστά τα είχα.

Αυτό που πόνεσε σαφέστατα πολύ περισσότερο ήταν όταν ο Βλαδίμηρος έφυγε μετά την εξεταστική για τα πάτρια εδάφη (δεν ήταν μόνιμος κάτοικος Αθηνών).

Ξέχασε λοιπόν το αγόρι πάνω στη βιασύνη και το νεανικό ενθουσιασμό να με ενημερώσει για 2 βασικά πράγματα:

1. Δεν ήμασταν πότε μαζί

2. Ούτε θα ήμασταν πότε.

Ξεροστάλιαζα κι εγώ η έρμη όλο το καλοκαίρι πάνω από το κινητό (δεν υπήρχαν και τα «διαβάστηκε» τότε) να αναρωτιέμαι μήπως χάθηκε το σήμα gps και ποια είναι αυτή η Φανή Δρακοπούλου που τραγουδούσε «απ τη ζωή μου είσαι απών ε και λοιπόν».

Αυτή ήταν η πρώτη μου εμπειρία στον ενήλικο κόσμο του έρωτα.

Υ.Σ: Με το «Βλαδίμηρο» είμαστε φίλοι (10 χρόνια μετά).