Ο Β.Π.

Είχα γενέθλια!

Είχα απογοητευτεί ερωτικώς (βαριά) και είχα κι ένα φλερτ. Είχα κάνει σεξ με το συγκεκριμένο φλερτ, αλλά για πολλούς και καλούς λόγους παρέμενε φλερτ.

Ρομαντικής συσκευασίας αυτός, βασίλισσα θα με είχε.

«Και θα έρθω να σε πάρω, και θα σε πάω για ταινία, και να περάσουμε οι δύο μας τα γενέθλια σου, και και και.»

Δεν το είχα ξαναζήσει τόσο ρομάντζο (αλήθεια), οπότε κλείνω τα μάτια και λέω ένα μεγάλο «Ναι».

Δεν ήρθε ποτέ να με πάρει αλλά συναντηθήκαμε κανονικά στο σινεμά.

Πάω η εορτάζουσα στο ταμείο να μας πάρω λίγα ποπ κορν, που μου είχαν σπάσει και τη μύτη.

-Αλτ!

Μου φωνάζει

– Παχαίνουν.

Το καταπίνω αμάσητο, κάνω μεταβολή και γυρίζω άπραγη και νηστική να περιμένω στην ουρά ήσυχα ήσυχα μέχρι να ανοίξει η αίθουσα.

Με τον τίτλο της ταινίας δεν είχα ασχοληθεί, ειλικρινά δε θυμάμαι το γιατί.

Οπότε, όταν ανακάλυψα ότι θα βλέπαμε γνωστό εμετικό αισθηματικό σίκουελ ήταν ήδη πολύ αργά.

Ούτε φαγητό λοιπόν, ούτε γούστο.

Δεν πειράζει, είχα γενέθλια!

Τι μπορούσε να πάει στραβά;

(χαχαχα)

Τελειώνει ευτυχώς κάποια στιγμή η ταινία, κατά τη διάρκεια της οποίας εννοείται πως είχα υπολογίσει τα ποσοστά των ανδρών, των γυναικών, των «ελεύθερων» και των «ζευγαρωμένων» από τη βαρεμάρα.

Μόνο το εμβαδόν της αίθουσας μου ξέφυγε.

Anyway, τελειώνει η ταινία και θυμάμαι ότι δεν έχω πληρώσει τα εισιτήρια (που μεταξύ μας, όταν σου λέει ο άλλος «θα σου κάνω αυτό και το άλλο κλπ για τα γενέθλια σου» δεν πληρώνεις).

Ρωτάω παρ όλα αυτά, σαφέστατα:

– Τι χρωστάω;

– 15 ευρώ, μου λέει.

-15 ευρώ έχει η γκολντ κλας, του λέω

– Μήπως είναι 7.5;

– 15 έδωσα, επιμένει.

– Και για τα δύο έδωσες 15

Επιμένω εγώ, αλλά καθώς έχει αρχίσει να εξαντλείται η υπομονή μου του δίνω ένα 20ευρο.

Ας κεράσω και ας πάει στο καλό. Στην τελική γενέθλια έχω.

Παίρνω το 5ευρο ρέστα αποφασιστικά και σκέφτομαι ότι τουλάχιστον γλίτωσα.

Και τότε με αποτελειώνει:

– Μήπως μπορείς να μου δώσεις το 5ευρο για το πάρκινγκ;

Ναι φίλε, μήπως να σου δώσω και τη βενζίνη που έκαψες για να έρθεις μέχρι εδώ;

Χρειαζόμαστε αέρα στα λάστιχα;

ΚΤΕΟ; έχεις περάσει;

Όπως λέει κι ένας φίλος μου, μου κόστισε αυτή η γνωριμία…

Ο Θαρραλέος Τσιφούτης

Γνωριστήκαμε από κοινή παρέα σε μεζεδοπωλείο ένα βράδυ που έβρεχε (όντως).

Παιδί του ΕΜΠ κι αυτός, 2 χρόνια μεγαλύτερος μου.

Η έλξη ήταν έντονη και καταλυτική.

Λίγο τα τσίπουρα, λίγο τα κρασιά, λίγο η ατμόσφαιρα που ήταν ηλεκτρισμένη, λέμε δεν πάμε το επόμενο ΣΚ σε γνωστό κυκλαδίτικο νησί; Και ήταν και χειμώνας παρακαλώ.

Έτσι είπαμε και πήγαμε.

Εκεί βέβαια όπως όλοι καταλάβατε έγινε το μοιραίο.

Θέλεις το αεράκι; Θες ή μυρωδιά της θάλασσας; Θέλεις ο Μanu Chao με τα ‘me gustas tu’; Πάντως εμείς θέλαμε και έγινε και ήταν και πολύ ωραία.

Σε αυτό το ευχάριστο κλίμα κύλησε το υπόλοιπό ΣΚ και 10 μήνες ακόμα.

Τι που εγώ ήμουν εδώ κι αυτός μεταπτυχιακός μετανάστης;

Απτόητοι.

Και περνάει ο χειμώνας, έρχεται το καλοκαίρι. Και να τα κάμπινγκ και να τα παγωτά.

Και φεύγει και το καλοκαίρι και ξανάρχεται χειμώνας, ξανάρχεται λοιπόν κι αυτός και πέφτει στην αγκαλιά μου. Χαρά εγώ, κι από ενθουσιασμό άλλο τίποτα.

Από την άλλη αυτός, όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο γινόταν απόμακρος και δυσεύρετος.

Κάποια στιγμή που είχε φτάσει ο κόμπος στο χτένι και είχε αρχίσει να φριζάρει απ τα νεύρα το μαλλί, μου λέει:

– Αύριο μην κανονίσεις, θα έρθεις σπίτι να ανάψω και το τζάκι, να φάμε, να πιούμε κλπ κλπ».

-Εντάξει!

Είπα με ένα χαμόγελο που παίζει να ακούστηκε από το τηλέφωνο.

Ξημερώνει η επόμενη μέρα (ατελείωτη ήταν) ντύνομαι, στολίζομαι και πάω.

Το σκηνικό είναι βγαλμένο από αισθηματική κομεντί, το λιγότερο. Να τα κεριά, να το τζάκι, να οι φλοκάτες στα πατώματα να και ο κατάλογος από το Ταϊλανδέζικο (έχει σημασία).

Τρώμε, πίνουμε γελάμε, ακούμε μουσική, γδυνόμαστε, το επόμενο σε -όμαστε είναι προφανές, και όλα αυτά ξανά μανά απ την αρχή μέχρι που ήμουν ημιλιπόθυμη και εντελώς γυμνή στην αγκαλιά του.

Τότε λοιπόν μου λέει ο θαρραλέος:

– Θέλω να χωρίσουμε.

Τον κοιτάω σαν ροφός, εννοείται ότι η καρδιά μου έχει σταματήσει να χτυπάει…

-Τότε γιατί όλα αυτά;

Ρωτάω με μεγάλη δυσκολία.

– Σου άξιζε μία ωραία βραδιά.

Μου απαντάει.

Να σημειωθεί ότι πλήρωσα μόνη μου το Ταϊλανδέζικο γιατί «είχε ξεχάσει το πορτοφόλι του στο αυτοκίνητο».

Αυτό λοιπόν κατά τη γνώμη του ήταν μία ωραία βραδιά η οποία μου άξιζε κιόλας!!!

Τα συμπεράσματα δικά σας 🙂

Η πρώτη φορά

Ήμουν 18.

Είχα τελειώσει εδώ και σχεδόν ένα χρόνο το σχολείο και ήμασταν όλοι πλέον φοιτητές! Ωραίος τίτλος και πάρα πολλά υποσχόμενος.

Εκείνη την εποχή ανακάλυπτα δειλά δειλά την έλξη μου για το ΕΜΠ (η οποία να σημειωθεί ότι συνεχίζεται αμείωτη ακόμη και σήμερα). Δεν αναφέρομαι προφανώς στις εγκαταστάσεις, αλλά στο «περιεχόμενο». Αχ αυτό το ίδρυμα!

Ανέκαθεν είχα κλίση στις θετικές επιστήμες μα δεν με είχε ενημερώσει κάνεις σχετικά με τους θετικούς επιστήμονες.

Τότε, κάπου ανάμεσα στην ανάλυση 1 και την ανάλαφρη ζέστη του Απρίλη, γνώρισα το «Βλαδίμηρο» που είχε αυτό το κάτι. Είχε αυτή τη σπιρτάδα στο μάτι, τη γοητεία της αυτοπεποίθησης και αυτή την «ξερολίαση», που όσοι έχουν φίλους και γνωστούς μηχανικούς… απλά ξέρουν.

Από την άλλη εγώ, γλυκιά, ετοιμόλογη και σίγουρα τσαχπίνα, δεν ήθελε πολύ για να δέσει το γλυκό.

Μετά από ένα μήνα πολιορκίας και ανελέητου κυνηγητού από πάρτι σε πάρτι και από γιορτή σε γιορτή ξύπνησε το βιο-λογικότατο ρολόι μου που έλεγε «είσαι 18, βγαίνεις με το Βλαδίμηρο, ήρθε η ώρα να κάνεις σεξ».

Και έκανα!

2 φορές συνολικά, μπορεί και 3, καμία σημασία βέβαια δεν έχει διότι πονούσα μονίμως τόσο πολύ (no offence) που δεν χωρούσε κανένα άλλο συναίσθημα.

Είχα ακούσει για ηδονή και απόλαυση αλλά όπως είπα μόνο ακουστά τα είχα.

Αυτό που πόνεσε σαφέστατα πολύ περισσότερο ήταν όταν ο Βλαδίμηρος έφυγε μετά την εξεταστική για τα πάτρια εδάφη (δεν ήταν μόνιμος κάτοικος Αθηνών).

Ξέχασε λοιπόν το αγόρι πάνω στη βιασύνη και το νεανικό ενθουσιασμό να με ενημερώσει για 2 βασικά πράγματα:

1. Δεν ήμασταν πότε μαζί

2. Ούτε θα ήμασταν πότε.

Ξεροστάλιαζα κι εγώ η έρμη όλο το καλοκαίρι πάνω από το κινητό (δεν υπήρχαν και τα «διαβάστηκε» τότε) να αναρωτιέμαι μήπως χάθηκε το σήμα gps και ποια είναι αυτή η Φανή Δρακοπούλου που τραγουδούσε «απ τη ζωή μου είσαι απών ε και λοιπόν».

Αυτή ήταν η πρώτη μου εμπειρία στον ενήλικο κόσμο του έρωτα.

Υ.Σ: Με το «Βλαδίμηρο» είμαστε φίλοι (10 χρόνια μετά).