Number One

Γιατί υπάρχει τόσο μεγάλη ανάγκη να νιώθουμε ξεχωριστοί;

Και όχι τίποτα άλλο, το ποσό ξεχωριστοί είμαστε- νιώθουμε δεν καθορίζεται καν απο εμάς, αλλά απο το περιβάλλον μας.

Εάν όλοι είχαμε κάποιον να μας λέει από παιδιά πόσο φανταστικοί και μοναδικοί είμαστε, και μεγαλώναμε με αυτή την πεποίθηση (χωρίς να γίνουμε τσογλάνια :p ) δεν θα είχαμε κανένα @@@@ φίλο ή γκόμενο ή συνάδελφο ή αφεντικό ανάγκη για να μας δώσει αυτό το «τυράκι».

Θα ήμασταν χαλαροί, άνετοι, αεράτοι και θα κοιτούσαμε μόνο «αν έχουμε συμβατό είδος μοναδικότητας» με τους άλλους γύρω μας, ώστε να γίνει το ταίριασμα.

Δε θα το αναζητούσαμε με μανία ξανά και ξανά στον «κάθε πικραμένο», τις περισσοτερες φορές μάλιστα, εντελώς μη συνειδητά.

Ούτε θα στεναχωριόμασταν εάν «τρώγαμε πόρτα» είτε απ’ την αρχή είτε στο… τέλος.

We are not a match, my friend, and this is just fine

Κάποια πράγματα θέλουν λίγη προσοχή όταν ξεκινάς και σε εξασφαλίζουν για μια ζωή.

Αν δεν… χρειάζεται πολύς κόπος για να τα αλλάξεις.

But still doable!

#so_just_do_it

Summertime in the City

Ξέρεις τι είναι ωραίο;

Είναι ωραίο να γνωρίζεις κάποιον τυχαία και να νιώθεις ότι τον ξέρεις καιρό.

Είναι ωραίο να βγαίνεις ραντεβού και να μη νιώθεις αυτά τα σκιρτήματα αλλά ηρεμία και ευφορία.

Είναι ωραίο να παίρνεις μπύρα και χαρτακια (που τα ξέχασες στο σπίτι) και να κάνεις βόλτα στο Θησείο έχοντας δίπλα σου από σκουλαρίκια μέχρι ευχούληδες μέχρι βοηθήματα μαθηματικών γ’ Λυκείου.

Είναι ωραίο να τρως παγωτό, ένας πιτσιρικάς να τραγουδάει the blowers daughter κι εσύ να στροβιλίζεσαι νιώθοντας ένα ελαφρύ αεράκι στα μάγουλα.

Είναι ωραίο να κοιτάς από τα βραχάκια την απέραντη πόλη σου και να προσπαθείς να βρεις που μένεις.

Είναι ωραίες οι παρέες, και εκείνος ο τρομπετιστας που παίζει το σκοπό απ το «Νονο» και τα μάτια σου που έχουν ρυτίδες στο πλάι όταν γελάς (δηλαδή όλη την ώρα).

Είναι ωραίο να συζητάς «εάν ο άνθρωπος είναι πολυγαμικο ον με μονογαμικές τάσεις».

Καλά αυτό δεν είναι τόσο ωραίο αλλά έχει το ενδιαφέρον του και προκαλεί και λίγο τσαμπουκά (in a nice way).

Ειναι ωραίο να φιλάς και να φιλιέσαι.

Είναι ωραίο να γυρνάς σπίτι οδηγώντας σε έναν άδειο δρόμο και να ακούς supergirls just fly.

Είναι ωραίο να χαμογελάς.

Είναι αληθινά πολύ ωραίο!

His Highness

Παρασκευή βράδυ.

Βγες μου είπαν, θα είναι ωραία μου είπαν, και με έπεισαν να βάλω τα «καλά μου» και να κατηφορήσω στην Πανόρμου.

Είχαμε δώσει ραντεβού σε μια ταράτσα.

Είχα ξαναπάει στο συγκεκριμένο μαγαζί, και φυσικά στην περιοχή, αλλά είχαν περάσει κάποια χρόνια από την τελευταία φορά, ίσως και 4.

Ανεβαίνω τα σκαλιά, ανεμίζουν τα μαλλιά, και στην αντίληψη μου πέφτουν δύο πάγωμενες μπύρες που ορθώνονται περήφανες στο μοναδικό γεμάτο (μέχρι εκείνη την ώρα) τραπέζι.

Πλησιάζω χαμογελαστή και BOOM ξεκινάει η ανάκριση.

Δεν πρόλαβα καλά καλά να κατσώ στο σκαμπό μου (μα σοβαρά τώρα, ωραίο το ντιζάιν αλλά δεν βολεψαν ποτέ κανενα) να πω ένα γεια στο φίλο μου και ο υποψήφιος για γνωριμία με είχε περάσει από CT.

Ευτυχώς δεν ειμαι ιδιαίτερα ψηλή κι η οπτική διαδικασία δεν κράτησε πολύ…

Αμέσως μετά με ρωτάει:

-Πόσο μεγάλη είναι η ζωή σου;

Ειλικρινά θόλωσα.

Μπαρντον;

Η ζωή μου, φιλε, είναι απέραντη και άγρια όπως τα κύματα του Ατλαντικού.

Ατίθαση και γοητευτική σχεδόν σαγηνευτική όπως το βαθύ μπλε του ωκεανού.

(What???)

Μετά κατάλαβα ότι ρωτούσε την ηλικία μου λες και δεν υπήρχε πιο απλός τρόπος.

Στη συνέχεια περάσαμε στο:

-Τι την κάνει ξεχωριστή, σε σχέση με τις υπόλοιπες;

Τον παίρνω στο ψιλό κι εγώ και αρχίζω τις υπερβολές.

Όχι ότι δεν κάνω/ ασχολούμαι με όλα όσα του είπα αλλά μια δόση υπερβολής υπήρχε αναμφισβήτητα.

Δεν ξέρω εάν έφταιγε το σαρκαστικά ειρωνικό μου ύφος ή η πληθώρα των επιτευγμάτων μου, πάντως κατέληξε στο συμπέρασμα:

-Για να κανεις τόσα πολλα πράγματα, μάλλον δεν είσαι σε τίποτα αρκετά καλή.

Πώς δεν το είχα σκεφτεί;;;

Και σα να μην έφτασε το παραπάνω φιάσκο, με κάλεσε και σε ρομαντικό weekend, στο οποίο μάλλον θα πήγαινα για να παρακολουθήσω σειρά διαλέξεων την οποία είχα απόλυτη ανάγκη.

Βρε ουστ!

Πάρε το ανήσυχο πνεύμα σου και αντε στο καλό.

Όσο για μένα, συνέχισα σε άλλη ταράτσα, με τους φίλους μου, για τους οποίους είμαι παραπάνω από καλή και σίγουρα ενδιαφέρουσα.

Suck it b**ch!

«Το φιλί του Δράκου»

Είχαν σφίξει οι ζέστες, το παραφουσκωμένο μπακ πακ, τα all star και το ψαθινο καπελο μου, φλέρταραν έντονα με την ιδέα των διακοπών στη Φολέγανδρο.

Δεν είχα πάρα να υποκύψω.

Εντελώς αυθόρμητα βρήκα άλλες 2 συνταξιδιώτισσες και στο καράβι, ακόμα πιο αυθόρμητα βρήκαμε όλες μας από κάποιο γνωστό.

Είτε από μεταπτυχιακό, είτε πρώην συνάδελφο είτε απλά γνωστό. Ήμουνα μια, ήμασταν 3, γίναμε (1000)13.

Γρήγορα συνειδητοποιήσαμε ότι θα μέναμε όλοι στο κάμπινγκ και μάλιστα τις ίδιες ακριβώς μέρες.

Τι χαρά! Μιλάμε για 5 σκηνές… χαμός.

Κάποιες φόρες νομίζω πως είναι ωραία να κάνεις διακοπές με πολύ κόσμο, ακόμα κι αν είναι «άγνωστος».

Ξυπνάς το πρωί, πας για καφέ, μοιράζεις 2 καλημέρες και 4 χαμόγελα.

Στην παραλία, έχεις 5-6 αντρικά χέρια να σου στήσουν την ομπρέλα και να σου βάλουν καροτεν στην πλάτη.

Άσε το οφθαλμόλουτρο.

Δεν έβλαψε ποτέ κανέναν, και ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες, μη σου πω πως είναι και απαραίτητο.

Σ’ αυτή τη μεγάλη παρέα λοιπόν, ήταν και ο «Αγαμέμνονας».

Από το πλοίο είχε αρχίσει ένα κάποιο φλερτ, το οποίο εντάθηκε τελικά κατά την παραμονή μας στο νησί.

Ήταν η εποχή των Pokemon τότε. Είχαμε την αγωνία να πιάσουμε τον Pikatsu, είχαμε τις ρακές, είχαμε τις βουτιές… είχε αποσυντονιστεί το αγόρι!

Μετά από καναδυό μέρες όμως του ήρθε πάλι έμπνευση και μου λεει:

-Το βράδυ θα είμαι εκεί, μόνος, έλα να με βρεις.

«Εκδηλώθηκε επιτέλους» σκέφτομαι, και αρχίζουν τα γνωστά πεταρίσματα στο στήθος.

(Πολύ ωραίος αυτός, και απόφοιτος του ΕΜΠ, κλασσικά.)

Καλό και ωραίο το φλερτ αλλά στη βράση κολλάει το σίδερο.

Βάζω τα «μεταξωτά» μου, το αέρινο φόρεμά μου και ξεχύνομαι στα σοκάκια της χώρας.

Τον βρίσκω, σχεδόν ξέπνοη, μετά από κόπο.

Με το που τον βλέπω, τον αρπάζω και τον φιλάω.

(Είναι να μη μου δώσεις θάρρος μες τον Αύγουστο).

Με κοιτάει, με φιλάει κι αυτός με τη σειρά του γι αρκετή ώρα, και στο τέλος μου λέει:

-Φιλάς υπέροχα.

Αμέσως μετά μου γυρνάει ωραιότατα την πλάτη του και φεύγει.

Φεύγει εντελώς, γινεται καπνός, πώς το λένε.

Δεν τον βρήκα ούτε με την παρέα του αργότερα το ίδιο βράδυ, ούτε στην παραλία την άλλη μέρα το πρωί, ούτε καν το επόμενο βράδυ.

Συναντηθήκαμε μονάχα την τελευταία μέρα, στο πλοίο, όπου δεν με κοιτούσε καν.

Μάλλον φιλούσα «φοβέρα» ή «τρομερά» ή «τρομακτικά» υπέροχα.

ΚΑΛΟΚΑΊΡΙ- ΠΡΟΣΔΟΚΊΕΣ: 5-0

Βερολίνο

Την πρώτη φορά που το επισκέφτηκα ήταν το 2011 και δεν ήθελα καν να πάω.

Το έκανα σα χάρη σε ένα φίλο μου, κι εκείνος με τη σειρά του θα ερχόταν για παρέα μαζί μου στο Άμστερνταμ.

Να σημειωθει ότι στο Άμστερνταμ δεν πήγαμε ποτέ (εκείνη τη χρονιά).

Με το που πατάς το πόδι σου σ αυτή την πόλη, νιώθεις τον παλμό.

Νιώθεις ζωντάνια, νιώθεις ρυθμό, νιώθεις ότι «γίνονται συνέχεια πράγματα εδω» και όντως, έτσι είναι.

Αφήνουμε τον τουρισμό κατά μέρος και πηδάμε κατ’ ευθείαν στη νυχτερινή ζωή.

Από που να αρχίσω.

Από τις βόλτες στο Kreuzberg κατά τις οποίες αναρωτιέσαι «locomondo είναι αυτό που ακούω;»

Η απάντηση είναι «ναι», και μάλιστα λάιβ.

Μέχρι τις πρωινές εξερευνητικές εφόδους σε punk(o)μπάρα, όπου ξαφνικά δεν έχεις μόνο εσύ χρωματιστά μαλλιά.

Στην αρχή φοβάσαι λίγο (εγώ τουλάχιστον) λόγω στάιλινγκ, αλλά μετά το πρώτο σφηνάκι συνειδητοποιείς ότι κι αυτοί άνθρωποι είναι, σαν εσένα, απλώς ακούνε διαφορετικό είδος μουσικής και πάνε σε αλλά μαγαζιά για ψώνια.

Μέσα σε αυτόν τον πολιτιστικό χαμό βρέθηκα μία νύχτα σε ενα γκει μπάρ να ακούω waka waka.

Για όσους δεν είναι του «χώρου», να εξηγήσω ότι αυτά τα μαγαζιά είναι ιδανικά για γυναίκες που θέλουν ανελέητο χορό, χωρίς καθόλου φλερτ.

Και γυμνή να χορεύεις μες τη μέση του μαγαζιού (αφ ενός δε θα είσαι η μόνη και αφετέρου…) δε νοιάζεται κανείς!

Τέλεια!

Σε ένα τέτοιο μαγαζί λοιπόν έρχεται ένας πιτσιρίκος και μου πιάνει την κουβέντα.

Μάθαινα γερμανικά τότε, όποτε είπα να την κάνω την εξάσκηση.

Κάποια στιγμή η συζήτησή γίνεται λίγο πιο έντονη κι αμέσως αυτός σκύβει και μου δίνει ένα πεταχτό φιλί.

Δεν ήμουν καθόλου σ’ αυτή τη διάθεση, ούτε και το είχα υποψιαστεί (δεδομένου του χαρακτήρα του μαγαζιού).

Δεν έχει σημασία.

Τον παρατάω σύξυλο, βρίσκω το φίλο μου και συνεχίζω να χορεύω μαζί του.

Σύντομα φεύγει πάλι και με το που μένω μόνη τσουπ, να τος ξανά ο πιτσιρίκoς.

Είχε φέρει και ενισχύσεις αυτή τη φορά.

Ήταν με ένα δεύτερο πιτσιρίκο, ο ποίος πάει και αυτός να με φιλήσει.

Αυτός χωρίς λόγια χωρίς τίποτα.

Κατα μέτωπο επίθεση. Γιούργια.

Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή ένιωσα αρκετά άσχημα αλλά μετά άρχισα να παίρνω ανάποδες.

Τι έγινε παιδιά; Κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα;

Η μήπως γράφει στο κούτελο «free kiss?»

Εννοείται ότι το απέφυγα ιδιαίτερα άκομψα και τους έστειλα αμφότερους, ξέρετε που, σε άπταιστα Ελληνικά.

Ξαναβρίσκω το φίλο μου, του εξηγώ λίγο αναστατωμένη τι μου συνέβη και παρατηρώ ότι με κοιτάει με απορία. Έντονη απορία.

Τον ρωτάω αν συμβαίνει κάτι και αντί γι απάντηση, στρίβει το κεφάλι μου προς το μέρος τους.

Δεν ξέρω εάν ήταν ζευγάρι αυτά τα 2 αγόρια πάντως φιλιόντουσαν, μεταξύ τους, με πάθος.

Η ιστορία γράφτηκε για την τελειωτική ατάκα του φίλου μου η οποία ήταν η εξής:

«Α καλά, εσύ και νεκρούς ανασταίνεις!»

Κάπως έτσι ξεκίνησε η μακροχρόνια και άκρως σοβαρή σχέση μου με τη Γερμανική πρωτεύουσα.

Ένδοξα, έντονα και λιγάκι επεισοδιακά.

Confidential

Έπρεπε κάποια στιγμή να μπει ένα τέλος. Αυτή η στιγμή έχει έρθει, κι εγώ λοιπόν θα γράψω γι αυτό ακριβώς που ήθελα… ως το τέλος.

Ήθελα να έχεις «φυσιολογική» καθημερινότητα.

Μια δουλειά, όνειρα, στόχους, φιλοδοξίες.

Να μένουμε μαζί σ’ ένα φωτεινό σπίτι με μεγάλο μπαλκόνι και βασιλικό στο τραπεζάκι.

Ήθελα να χαμογελάς το πρωί επειδή είμαι δίπλα σου.

Ήθελα να είσαι ευτυχισμένος.

Να μου αφήνεις αστεία post it στην καφετιέρα.

Να με φιλάς πεταχτά πριν φύγεις για δουλειά.

Ήθελα το βράδυ να πηδάω πάνω σου ενώ είσαι αραχτός στον καναπέ και διαβάζεις βιβλίο.

Ήθελα να με έπαιρνες μια τεράστια αγκαλιά και να χανόμουν μέσα της.

Ήθελα να κάνουμε έρωτα, να πηγαίνουμε εκδρομές, να με τσιγκλάς όταν κάνω μπάνιο και να τρώμε παγωτά.

Ήθελα να με χρειάζεσαι για να είσαι καλά αλλά να μη με έχεις ανάγκη.

Ήθελα να σε κάνω να ταξιδεύεις μέρα μεσημέρι με ένα χαμογελαστό μου βλέμμα.

Ήθελα να είμαι η τελειοποίηση του όλου σου.

Το κερασάκι στην τούρτα σου κι έτσι να παίζουμε αγαπημένοι και ερωτευμένοι μέχρι να πεθάνουμε.

Αυτό ήθελα.

Ήθελα το «για πάντα», μαζί σου.

Τα σύνορα της αγάπης

Πριν λίγες μέρες βρέθηκα για πρώτη φορά στην πόλη που δεν κοιμάται ποτέ, στην πόλη που όλοι έχουμε δει σε τουλάχιστον 100 διαφορετικές ταινίες, στο μεγάλο μήλο ή αλλιώς στη Νέα Υόρκη.

Πήγα να συναντήσω μια φίλη, η οποία θα μου έδινε να καταλάβω πώς είναι πραγματικά να ζει κανείς εκεί.

Αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο, μετά τους ουρανοξύστες, είναι η αμεσότητα στην επικοινωνία.

Από το πέσιμο: «Γεια, είμαι ο Τάδε, μου αρέσεις».

Μέχρι το shopping: «Δε σου πάει καθόλου, είσαι χάλια βγαλ’ το».

Στα πλαίσια λοιπόν του newyorker experience, εκτός από μπαρ και thrift shops μπαίνουμε στο αυτοκίνητο της φίλης (έχω και κάμπριο πάμε μια βόλτα;) και φτάνει η χάρη μου ως το coney island.

Εκεί είναι η «παραλία» τους, οποίος είναι απ την Ελλάδα βέβαια, δεν το μετράει καν για παραλία αυτό!

Η κυρία ατραξιόν του μέρους και ο σκοπός της επίσκεψης μας ήταν το μεγάλο λουνα παρκ.

Τοπ καλοκαιρινός προορισμός για οικογένειες, πιτσιρίκια αλλά και για ενήλικες τουρίστες.

Αφού φάγαμε τα τηγανητά Oreo μας, μέρος της ορίτζιναλ εμπειρίας και αυτό, ξεκινήσαμε το παιχνίδι.

Δεν άργησα να καταλάβω ότι είμαι το μόνο «παιδί» της παρέας και ότι στην ουσία κανένας άλλος δεν ήθελε ρόδα και ρολερ κοστερ και μπαλαρίνα.

Συμφωνήσαμε όμως όλοι στα go cart. (δεν είχα ξανακάνει!)

Στηνόμαστε στην, κάπως μεγάλη για την περασμένη ώρα, ουρά και ξεκινάμε την πάρλα.

Μπροστά μας ακριβώς ήταν μια κοπέλα από την Ταϋλάνδη που είχε ξεσκιστεί στις σελφι.

Κάποια στιγμή στα ξαφνικά με παίρνει αγκαλιά και μου ζητάει (με χειρονομίες) να βγάλουμε και μαζί μία.

Αμέσως μετά πιάνει το τηλέφωνο, κάτι «λέει» στην οθόνη κι ύστερα μου τη δείχνει.

Ήταν στο Translator, μιλούσε στη γλώσσα της και αυτό μετέφραζε στα αγγλικά.

Κάπως έτσι έμαθα ότι της αρέσω και θέλει τον αριθμό μου.

(Woooooow)

Καλοί οι Αμερικανοί και άμεσοι αλλά σαν την Ασία, δεν έχει.

Τον αριθμό μου εν τέλει δεν τον πήρε ποτέ γιατί ήρθε η σειρά μας…

Χάι Τεκ πέσιμο λοιπόν στην Ευρωπαία με το ωραίο σελφοχαμόγελο.

Και πολλά μπράβο στη Google που ανοίγει νέους ορίζοντες στην ερωτική μας ζωή.

Nice

Μόλις είχε τελειώσει το πρώτο έτος της σχολής.

Είχα περάσει σε μια σχολή στην Αθηνά (πριν μεταναστεύσω) και είχα πει να δοκιμάσω την τύχη μου.

Ευτυχώς μου πήρε γύρω στους 2 μήνες να καταλάβω ότι δεν μου αρέσει αυτό που σπούδαζα κι έτσι είχα άλλους 6 μπροστά μου, για να δω τι θα κάνω!

Σε αυτά τα πλαίσια, αποφάσισα να τελειοποιήσω τις γλώσσες που μιλούσα, τις ξένες.

Έχοντας μαζέψει λεφτά από γιαγιάδες παππούδες κλπ κλπ αποφασίζω να πάω ένα ταξίδι στη Νίκαια (της Γαλλίας) σε ένα σχολείο Γαλλικών.

Θα εμένα στις εστίες για δύο εβδομάδες και θα έκανα μαθήματα όλη μέρα.

Μου είχε φανεί καλή ευκαιρία δεδομένου του:

«Πότε θα ξαναπάω στη Νίκαια στη ζωή μου;»

Και είπα το ιστορικό «Τώρα».

Έτσι βρέθηκα για πρώτη φορά μόνη μου σε ξένο περιβάλλον.

Εγώ, που δε πήγαινα ούτε στο «ξέγνοιαστο μελίσσι» κατασκήνωση, να έχω αλλάξει 2 αεροπλάνα και 3 γλώσσες.

Φτάνω κάποια στιγμή λοιπόν και περιμένω, περήφανη για το κατόρθωμά μου, κάποιον από το σχολείο να έρθει να με πάρει.

Αυτή ήταν η συμφωνία.

Έλα όμως που δεν ήρθε ποτέ.

Αφού ξόδεψα 2 ώρες να κλαίω με μαύρο δάκρυ και έξω έχει ήδη αρχίσει να νυχτώνει, παίρνω ένα ραδιοταξί και ξεκινάω μόνη για τις εστίες.

Αντικρίζω ένα νεοκλασικό σαν αυτά της Πατησίων που λες: «ωραίο πρέπει να ήταν κάποτε αλλά δε νομίζω ότι κατοικείται».

Από την άλλη ο οδηγός με διαβεβαιώνει ότι εδώ μένει πάντα κόσμος, με διώχνει κυριολεκτικά.

Μένω με μια βαλίτσα 23 κιλών πάνω στο πεζοδρόμιο.

Χτυπάω το κουδούνι… σιωπή, ξαναχτυπάω… τίποτα.

Σέρνω τη βαλίτσα μέχρι την πίσω πλευρά του κτιρίου όπου ήλπιζα πως έχει μπαλκόνια.

Όντως είχε.

Έπρεπε να βρω κάποιον να με βοηθήσει και τα μπαλκόνια είχαν κόσμο.

Να η ευκαιρία μου!

Άρχισα να φωνάζω σε άπταιστα Αγγλικά:

-Ηello hello can anybody help me?

Μιλάμε για στιγμές απείρου κάλλους.

Ένα κοριτσάκι 18 χρονών με μωβ μαλλιά πιασμένα κοτσίδια και μια βαλίτσα δύο φορές το μπόι του να φωνάζει για βοήθεια στα Αγγλικά στο Γαλλικό νότο.

Φυσικά έπεσα σε Έλληνα (ειρωνεία). Ο οποίος μου άνοιξε, με βοήθησε με τα πράγματα και μου έδωσε κρασί να ηρεμήσω.

Μετά γνώρισα και μια Φινλανδή φίλη του (πολύ γλυκιά) που είχε εντυπωσιαστεί από το λουκ μου και έλεγε μάλιστα ότι μοιάζω με κουνέλι.

Αφού με συνόδευσαν οι δύο τους στο δωμάτιο και με άφησαν λίγο μόνη να τακτοποιηθώ, αποφάσισαν ότι είχα πάρα πολύ δύσκολη μέρα οπότε μου αξίζει μια πολύ ένδοξη νύχτα.

Θα με πήγαιναν λοιπόν στην παραλία.

Ήταν απερίγραπτα όμορφα ή τουλάχιστον έτσι το θυμάμαι εγώ.

Παντού παρέες, φωτιές, μουσική.

Εκείνο το βράδυ:

Έχασα ένα στοίχημα και μπήκα με τα ρούχα στη θάλασσα για πρώτη φορά.

Δοκίμασα πρώτη φορά τσιγάρο.

Μέθυσα για πρώτη φορά.

Με κουβάλησαν μέχρι το δωμάτιο στα χέρια για πρώτη φορά και…

«Φασώθηκα» με κάποιον για πρώτη φορά.

(με τον κουβαλητή, τον Έλληνα ντε!)

I think it was one of the Nice-st nights of my life.

Τα πάρτυ

Χτυπάει το τηλέφωνο μέρα μεσημέρι.

Εξωτερική θερμοκρασία, γύρω στους 30.

– Μην κανονίσεις για το Σάββατο, έχουμε 3 πάρτυ.

Αφοπλιστικός ο κύριος στην άλλη άκρη της γραμμής, δεν είχα πάρα να υποκύψω.

Η αλήθεια είναι πως δεν το πήρα και της μετρητοίς διότι τόσα και τόσα λέμε και ξελέμε, αλλά όταν με ξαναπήρε το Σάββατο νωρίς νωρίς για επιβεβαίωση πείστηκα εντελώς.

Ντύνομαι, στολίζομαι μέχρι και πλατφόρμες έβαλα.

Ήμουν, το λιγότερο, εντυπωσιακή.

Τον συναντάω και βουρ για το πρώτο πάρτυ.

Ήταν ακόμα απόγευμα, το πάρτυ θα γινόταν σε χώρο με πισίνα αλλά το δικό μου το μαγιό ήταν κάπου 15km μακριά.

Δε μου χαλάει χατήρι ο συνοδός μου, ως γνήσιο αρσενικό, και πάμε να πάρουμε μαγιό και…. σουβλάκια.

Τι pool πάρτυ θα ήταν αυτό χωρίς την ανάλογη αμφίεση;

Όσο για τα σουβλάκια, δε χρειάζεται δικαιολογία.

Το Πάρτυ ήταν άκρως πετυχημένο.

Πολύ ποτό, πολλή salsa, πολύς κόσμος.

Πέφτει το βραδάκι και συνειδητοποιούμε ότι «είμαστε πίσω στο πρόγραμμα».

Αλλάζουμε τα βρεγμένα, ξανά μανά μπογιές και κραγιόν και φεύγουμε ελαφρώς ζαλισμένοι για το πάρτυ Νο.3.

Στο 2 δεν πήγαμε ποτέ.

Ήταν το αλκοόλ που έρεε άφθονο εντός και εκτός μου; Ήταν που ήμασταν σε ταράτσα αλλά δεν φυσούσε αέρας;

Βγήκα νοκ άουτ σε χρόνο μηδέν.

Ειλικρινά, ελάχιστες φορές με έχει «περιθάλψει» κάποιος με τόση στοργή.

Αυτός ο κάποιος ήταν ο ‘Βλαδιμηρος’, ο οποίος ερχόταν κάθε 30′ να μου φέρει φαγητό, νερό και ο.τι άλλο χρειαζόμουν.

Μου έφερε κι ένα φίλο του βέβαια, ο οποίος μου την έπεφτε διακριτικά.

(Tι να γίνει!)

You can’t always get what you want but if you try sometimes, you might find, you get what you need. 🙂

Faith in humanity… restored

Όπως είπαμε έχω κόψει συγκεκριμένα προάστια για να μην έχω περίεργες συναντήσεις, αναγκαστικά λοιπόν άλλαξα συνήθειες και στέκια.

Η «θραύση» μεταφέρθηκε λίγο πιο βόρεια και σε ένα μαγαζί με εξαιρετικό σέρβις μπάρμαν και μουσική γνώρισα κι άλλον πρώην φοιτητή του ΕΜΠ.

Έχω το ταργκετ γκρουπ μου κι εγώ.

Και να τα σφηνάκια τα κερασμένα και να τα πλατό με τα αλλαντικά.

Η μία ματιά έφερε την άλλη και οι δύο έφεραν ραντεβού.

Ξεκίνησαν καλοκαιριάτικα οι βόλτες με το αυτοκίνητο ή και χωρίς, οι μπύρες στα παγκάκια, τα τσιγάρα, τα λοιπά ποτά και τα ξενύχτια.

Πήγαμε από δω, πήγαμε από εκεί, γενικά μια κινητικότητα υπήρχε. Την έλεγες και έντονη.

Φυσικά υπήρχε πάντα ένα πεδίο που έμενε ανεξερεύνητο. Όλο το γυροφέρναμε κι όλο κάτι με κρατούσε.

Μιλάω για το γνωστό και μη εξαιρετέο ζήτημα, εκείνο που κάποτε δήλωνε ότι είσαι μαζί με κάποιον (σήμερα δεν είναι καθόλου έτσι αλλά τέλος πάντων), το σεξ.

Θα βγαίναμε λοιπόν και εκείνο το βράδυ και μου είχε κάτσει εμένα να πάμε κάπου με θέα.

Είχα φάει πετριά, πως το λένε.

Και συγκεκριμένα ήθελα θέα θάλασσα.

Μπήκα σε φόρουμ μπήκα σε τσατ, μέρος που να με καλύπτει (που να μην έχει κόσμο αλλά να μη σκιάζομαι κιόλας) δε βρήκα.

Και μπαίνω στην airbnb, γιατί έχω φαντασία, και νοικιάζω λοφτ με ΤΗ θεα, just for the night.

Τα παίζει αυτός, αναμενόμενο, αλλά τελικά ενθουσιάζεται ίσως περισσότερο κι από μένα.

Έρχεται με παίρνει σηκωτή απ’ τη δουλειά, φτάνουμε, τρώμε, πίνουμε, χορεύουμε κάτω από τ’ αστέρια και τα ταν!

Η πιο μεγάλη ώρα, ήταν τότε και δυστυχώς το μόνο που δεν ήταν, είναι μεγάλη.

Μιλάμε για απογοήτευση μεγατόνων, ήθελα να κλάψω με λυγμούς.

Μετά από τόσες δυσκολίες είχα βρει κάποιον που με έκανε να γελάω, χωρίς να κλαίω.

Που έλεγε «ναι», χωρίς να παρακαλάω.

Κάποιον που γούσταρε την τρέλα μου και με σεβόταν και όταν φτάνουμε στο ψητό να ναι ανίατος η κατάσταση; Κρίμα κι άδικο.

Έτσι λοιπόν, εντελώς άδοξα, έληξε μια πολύ καλή «ιδέα».

At least faith in humanity is restored.