Vodka Juniors στ αυτιά. Το Dark Poetry.
Έξω όλα γκρι. Και ψιλοβρέχει.
Μία κούπα με ζεστό και μυρωδάτο καφέ στέκεται πλάι μου. Αγέρωχη. Περήφανη.
Την κοιτάω και ξεφυσάω.
Σκέφτομαι κάτι χρήματα που μου λείπουν, το στομάχι μου γουργουρίζει, οριακά έχω σουφρώσει τα φρύδια μου, κι είμαι έτοιμη για εσωτερική γκρίνια διαρκείας.
Έφυγες κι εσύ, θυμάμαι τα παλιά, μου λείπει ο Πολυδεύκης …
Εσύ θα ξανάρθεις βέβαια, τον Πολυδεύκη θα τον δω σχετικά σύντομα και το παρελθόν λέγεται έτσι για πολύ συγκεκριμένο λόγο.
Φίλε! Σύνελθε!
Κοιτάω έξω. Να ξεφύγω λίγο από το μικρόκοσμό μου.
Άνθρωποι με μπουφάν, αυτοσχέδιες κουκουλες και βερμούδες, περπατάνε βιαστικά.
Προσεκτικά.
Να μη βραχούν.
Πλάκα έχουν!
Χαμογελάω. Από κάτι τέτοια «χαζά» καταλαβαίνω ότι η ζωή δε σταματά!
Μπορεί εγω να πάτησα εσωτερικό pause γιατί… έτσι.
Και να χαώθηκα και λίγο μόνη μου μετά, χωρίς προφανή λόγο.
Αλλά φίλε! Σύνελθε!
Είναι μια υπέροχη φθινοπωρινή μέρα και η ζεστασια του καφέ ειναι οτι πρέπει για τα συναισθηματικά κενά μου.
(Ένας freddo δε θα μπορούσε ποτέ να σταθεί αντάξιος τέτοιας περίστασης)
Ξύπνησα το πρωί και ήσουν δίπλα μου. Με την αυστηρή φωνή και το στοργικό σου βλέμμα…
I trully love my ‘present’ life!
I just forget about it some lonely noons or afternoons.
That’s all 🙂