14/9/18

Τα αγαπώ τα αεροπλάνα. Είναι μαγικά μέσα. Σε κάνουν να κοιμασαι αλλού και να ξυπνας αλλού όσο πιο γρήγορα και ανώδυνα γίνεται. Ειναι ό.τι κοντινότερο στην τηλεμεταφορά μετά το διαστημόπλοιο. (Μέχρι εκεί δεν έχει φτάσει η χάρη μου ακόμα). Κάθομαι στο παράθυρό λοιπόν, όπως πάντα, και χαζεύω εξω. Χρονικα βρισκόμαστε λίγο μετά την απογείωση. Ο ουρανός παραμένει σκοτεινός αλλα σύντοα θα ξημερώσει. Κολλαω τη μουρη μου στο τζαμι και περιμένω υπομονετικά το φως. Αυτό το φως, που σχηματίζει γραμμές πρασινες κίτρινες και πορτοκαλί, έντονο πορτοκάλι! Παράλληλα, η μυρωδιά της ομελέτας με λουκάνικα, που προσφερουν οι αεροσυνοδόι, δίνει μια αίσθηση χειμωνιατικης, σχεδόν σπιτικης, ζεστασιας στο χώρο. Η κυρια διπλα μου πνιγεται γιατι τρώει βιάστηκα χωρίς να μασάει κι εγω προσέχω μην πέσει το βιβλίο που είναι στηριγμένο στα πόδια μου ακριβώς κάτω από το δίσκο με την ομελέτα. Θα μπορούσα να το έχω γράψει εγώ αυτό το βιβλίο* σκέφτομαι (ισως υπερβολικά αισιοδοξα). Έχει τόσες παύλες, όσες χρειάζεται. Έχει πνεύμα και συναίσθημα. Πολύ. Βαθύ. Έχει και πολλή αστικη γεωγραφία βέβαια, η οποία στην αρχή μέ αποσπουσε, τώρα όμως με απορροφά. Ο ουρανός χρωματίζεται, οι γραμμές γίνονται λωρίδες, παχιές παχιές, αλληλοεπικαλυπτομενες. Η κυρία δίπλα μου πίνει λίγο νερό για να συνελθει κι εγώ κολυμπάω σε μια θαλασσα απο αφράτα ροζ σύννεφα και κάνω σχέδια για το Σαββατοκύριακο. Τι ωραιος που ειναι ο καφες στο αεροπλάνο. Μαυρος και αρωματικός. Μόλις επιστρέψω θα στείλω στη συγγραφέα να της πω ότι θέλω να τη γνωρίσω.
Το φως μπαινει απο το ανοιχτό παράθυρο και με ζαλίζει, κλείνω ελαφρώς τα μάτια με ένα πλατύ χαμόγελο. Πάω ταξίδι!
(*Το βιβλίο είναι το «Μπλε Υγρό» και συγγραφέας του η Βίβιαν Στεργίου)