His Highness

Παρασκευή βράδυ.

Βγες μου είπαν, θα είναι ωραία μου είπαν, και με έπεισαν να βάλω τα «καλά μου» και να κατηφορήσω στην Πανόρμου.

Είχαμε δώσει ραντεβού σε μια ταράτσα.

Είχα ξαναπάει στο συγκεκριμένο μαγαζί, και φυσικά στην περιοχή, αλλά είχαν περάσει κάποια χρόνια από την τελευταία φορά, ίσως και 4.

Ανεβαίνω τα σκαλιά, ανεμίζουν τα μαλλιά, και στην αντίληψη μου πέφτουν δύο πάγωμενες μπύρες που ορθώνονται περήφανες στο μοναδικό γεμάτο (μέχρι εκείνη την ώρα) τραπέζι.

Πλησιάζω χαμογελαστή και BOOM ξεκινάει η ανάκριση.

Δεν πρόλαβα καλά καλά να κατσώ στο σκαμπό μου (μα σοβαρά τώρα, ωραίο το ντιζάιν αλλά δεν βολεψαν ποτέ κανενα) να πω ένα γεια στο φίλο μου και ο υποψήφιος για γνωριμία με είχε περάσει από CT.

Ευτυχώς δεν ειμαι ιδιαίτερα ψηλή κι η οπτική διαδικασία δεν κράτησε πολύ…

Αμέσως μετά με ρωτάει:

-Πόσο μεγάλη είναι η ζωή σου;

Ειλικρινά θόλωσα.

Μπαρντον;

Η ζωή μου, φιλε, είναι απέραντη και άγρια όπως τα κύματα του Ατλαντικού.

Ατίθαση και γοητευτική σχεδόν σαγηνευτική όπως το βαθύ μπλε του ωκεανού.

(What???)

Μετά κατάλαβα ότι ρωτούσε την ηλικία μου λες και δεν υπήρχε πιο απλός τρόπος.

Στη συνέχεια περάσαμε στο:

-Τι την κάνει ξεχωριστή, σε σχέση με τις υπόλοιπες;

Τον παίρνω στο ψιλό κι εγώ και αρχίζω τις υπερβολές.

Όχι ότι δεν κάνω/ ασχολούμαι με όλα όσα του είπα αλλά μια δόση υπερβολής υπήρχε αναμφισβήτητα.

Δεν ξέρω εάν έφταιγε το σαρκαστικά ειρωνικό μου ύφος ή η πληθώρα των επιτευγμάτων μου, πάντως κατέληξε στο συμπέρασμα:

-Για να κανεις τόσα πολλα πράγματα, μάλλον δεν είσαι σε τίποτα αρκετά καλή.

Πώς δεν το είχα σκεφτεί;;;

Και σα να μην έφτασε το παραπάνω φιάσκο, με κάλεσε και σε ρομαντικό weekend, στο οποίο μάλλον θα πήγαινα για να παρακολουθήσω σειρά διαλέξεων την οποία είχα απόλυτη ανάγκη.

Βρε ουστ!

Πάρε το ανήσυχο πνεύμα σου και αντε στο καλό.

Όσο για μένα, συνέχισα σε άλλη ταράτσα, με τους φίλους μου, για τους οποίους είμαι παραπάνω από καλή και σίγουρα ενδιαφέρουσα.

Suck it b**ch!