Την πρώτη φορά που το επισκέφτηκα ήταν το 2011 και δεν ήθελα καν να πάω.
Το έκανα σα χάρη σε ένα φίλο μου, κι εκείνος με τη σειρά του θα ερχόταν για παρέα μαζί μου στο Άμστερνταμ.
Να σημειωθει ότι στο Άμστερνταμ δεν πήγαμε ποτέ (εκείνη τη χρονιά).
Με το που πατάς το πόδι σου σ αυτή την πόλη, νιώθεις τον παλμό.
Νιώθεις ζωντάνια, νιώθεις ρυθμό, νιώθεις ότι «γίνονται συνέχεια πράγματα εδω» και όντως, έτσι είναι.
Αφήνουμε τον τουρισμό κατά μέρος και πηδάμε κατ’ ευθείαν στη νυχτερινή ζωή.
Από που να αρχίσω.
Από τις βόλτες στο Kreuzberg κατά τις οποίες αναρωτιέσαι «locomondo είναι αυτό που ακούω;»
Η απάντηση είναι «ναι», και μάλιστα λάιβ.
Μέχρι τις πρωινές εξερευνητικές εφόδους σε punk(o)μπάρα, όπου ξαφνικά δεν έχεις μόνο εσύ χρωματιστά μαλλιά.
Στην αρχή φοβάσαι λίγο (εγώ τουλάχιστον) λόγω στάιλινγκ, αλλά μετά το πρώτο σφηνάκι συνειδητοποιείς ότι κι αυτοί άνθρωποι είναι, σαν εσένα, απλώς ακούνε διαφορετικό είδος μουσικής και πάνε σε αλλά μαγαζιά για ψώνια.
Μέσα σε αυτόν τον πολιτιστικό χαμό βρέθηκα μία νύχτα σε ενα γκει μπάρ να ακούω waka waka.
Για όσους δεν είναι του «χώρου», να εξηγήσω ότι αυτά τα μαγαζιά είναι ιδανικά για γυναίκες που θέλουν ανελέητο χορό, χωρίς καθόλου φλερτ.
Και γυμνή να χορεύεις μες τη μέση του μαγαζιού (αφ ενός δε θα είσαι η μόνη και αφετέρου…) δε νοιάζεται κανείς!
Τέλεια!
Σε ένα τέτοιο μαγαζί λοιπόν έρχεται ένας πιτσιρίκος και μου πιάνει την κουβέντα.
Μάθαινα γερμανικά τότε, όποτε είπα να την κάνω την εξάσκηση.
Κάποια στιγμή η συζήτησή γίνεται λίγο πιο έντονη κι αμέσως αυτός σκύβει και μου δίνει ένα πεταχτό φιλί.
Δεν ήμουν καθόλου σ’ αυτή τη διάθεση, ούτε και το είχα υποψιαστεί (δεδομένου του χαρακτήρα του μαγαζιού).
Δεν έχει σημασία.
Τον παρατάω σύξυλο, βρίσκω το φίλο μου και συνεχίζω να χορεύω μαζί του.
Σύντομα φεύγει πάλι και με το που μένω μόνη τσουπ, να τος ξανά ο πιτσιρίκoς.
Είχε φέρει και ενισχύσεις αυτή τη φορά.
Ήταν με ένα δεύτερο πιτσιρίκο, ο ποίος πάει και αυτός να με φιλήσει.
Αυτός χωρίς λόγια χωρίς τίποτα.
Κατα μέτωπο επίθεση. Γιούργια.
Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή ένιωσα αρκετά άσχημα αλλά μετά άρχισα να παίρνω ανάποδες.
Τι έγινε παιδιά; Κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα;
Η μήπως γράφει στο κούτελο «free kiss?»
Εννοείται ότι το απέφυγα ιδιαίτερα άκομψα και τους έστειλα αμφότερους, ξέρετε που, σε άπταιστα Ελληνικά.
Ξαναβρίσκω το φίλο μου, του εξηγώ λίγο αναστατωμένη τι μου συνέβη και παρατηρώ ότι με κοιτάει με απορία. Έντονη απορία.
Τον ρωτάω αν συμβαίνει κάτι και αντί γι απάντηση, στρίβει το κεφάλι μου προς το μέρος τους.
Δεν ξέρω εάν ήταν ζευγάρι αυτά τα 2 αγόρια πάντως φιλιόντουσαν, μεταξύ τους, με πάθος.
Η ιστορία γράφτηκε για την τελειωτική ατάκα του φίλου μου η οποία ήταν η εξής:
«Α καλά, εσύ και νεκρούς ανασταίνεις!»
Κάπως έτσι ξεκίνησε η μακροχρόνια και άκρως σοβαρή σχέση μου με τη Γερμανική πρωτεύουσα.
Ένδοξα, έντονα και λιγάκι επεισοδιακά.