Μόλις είχε τελειώσει το πρώτο έτος της σχολής.
Είχα περάσει σε μια σχολή στην Αθηνά (πριν μεταναστεύσω) και είχα πει να δοκιμάσω την τύχη μου.
Ευτυχώς μου πήρε γύρω στους 2 μήνες να καταλάβω ότι δεν μου αρέσει αυτό που σπούδαζα κι έτσι είχα άλλους 6 μπροστά μου, για να δω τι θα κάνω!
Σε αυτά τα πλαίσια, αποφάσισα να τελειοποιήσω τις γλώσσες που μιλούσα, τις ξένες.
Έχοντας μαζέψει λεφτά από γιαγιάδες παππούδες κλπ κλπ αποφασίζω να πάω ένα ταξίδι στη Νίκαια (της Γαλλίας) σε ένα σχολείο Γαλλικών.
Θα εμένα στις εστίες για δύο εβδομάδες και θα έκανα μαθήματα όλη μέρα.
Μου είχε φανεί καλή ευκαιρία δεδομένου του:
«Πότε θα ξαναπάω στη Νίκαια στη ζωή μου;»
Και είπα το ιστορικό «Τώρα».
Έτσι βρέθηκα για πρώτη φορά μόνη μου σε ξένο περιβάλλον.
Εγώ, που δε πήγαινα ούτε στο «ξέγνοιαστο μελίσσι» κατασκήνωση, να έχω αλλάξει 2 αεροπλάνα και 3 γλώσσες.
Φτάνω κάποια στιγμή λοιπόν και περιμένω, περήφανη για το κατόρθωμά μου, κάποιον από το σχολείο να έρθει να με πάρει.
Αυτή ήταν η συμφωνία.
Έλα όμως που δεν ήρθε ποτέ.
Αφού ξόδεψα 2 ώρες να κλαίω με μαύρο δάκρυ και έξω έχει ήδη αρχίσει να νυχτώνει, παίρνω ένα ραδιοταξί και ξεκινάω μόνη για τις εστίες.
Αντικρίζω ένα νεοκλασικό σαν αυτά της Πατησίων που λες: «ωραίο πρέπει να ήταν κάποτε αλλά δε νομίζω ότι κατοικείται».
Από την άλλη ο οδηγός με διαβεβαιώνει ότι εδώ μένει πάντα κόσμος, με διώχνει κυριολεκτικά.
Μένω με μια βαλίτσα 23 κιλών πάνω στο πεζοδρόμιο.
Χτυπάω το κουδούνι… σιωπή, ξαναχτυπάω… τίποτα.
Σέρνω τη βαλίτσα μέχρι την πίσω πλευρά του κτιρίου όπου ήλπιζα πως έχει μπαλκόνια.
Όντως είχε.
Έπρεπε να βρω κάποιον να με βοηθήσει και τα μπαλκόνια είχαν κόσμο.
Να η ευκαιρία μου!
Άρχισα να φωνάζω σε άπταιστα Αγγλικά:
-Ηello hello can anybody help me?
Μιλάμε για στιγμές απείρου κάλλους.
Ένα κοριτσάκι 18 χρονών με μωβ μαλλιά πιασμένα κοτσίδια και μια βαλίτσα δύο φορές το μπόι του να φωνάζει για βοήθεια στα Αγγλικά στο Γαλλικό νότο.
Φυσικά έπεσα σε Έλληνα (ειρωνεία). Ο οποίος μου άνοιξε, με βοήθησε με τα πράγματα και μου έδωσε κρασί να ηρεμήσω.
Μετά γνώρισα και μια Φινλανδή φίλη του (πολύ γλυκιά) που είχε εντυπωσιαστεί από το λουκ μου και έλεγε μάλιστα ότι μοιάζω με κουνέλι.
Αφού με συνόδευσαν οι δύο τους στο δωμάτιο και με άφησαν λίγο μόνη να τακτοποιηθώ, αποφάσισαν ότι είχα πάρα πολύ δύσκολη μέρα οπότε μου αξίζει μια πολύ ένδοξη νύχτα.
Θα με πήγαιναν λοιπόν στην παραλία.
Ήταν απερίγραπτα όμορφα ή τουλάχιστον έτσι το θυμάμαι εγώ.
Παντού παρέες, φωτιές, μουσική.
Εκείνο το βράδυ:
Έχασα ένα στοίχημα και μπήκα με τα ρούχα στη θάλασσα για πρώτη φορά.
Δοκίμασα πρώτη φορά τσιγάρο.
Μέθυσα για πρώτη φορά.
Με κουβάλησαν μέχρι το δωμάτιο στα χέρια για πρώτη φορά και…
«Φασώθηκα» με κάποιον για πρώτη φορά.
(με τον κουβαλητή, τον Έλληνα ντε!)
I think it was one of the Nice-st nights of my life.