Qué Guapo

Ήμουν στο τρίτο έτος.

Μόλις είχαμε επιστρέψει από τις καλοκαιρινές διακοπές και παρ’ όλο που είχα αρκετό ελεύθερο χρόνο, η διάθεσή μου ήταν στα τάρταρα.

Δεν μου άρεσε η πόλη που ζούσα, ούτε οι άνθρωποι, δεν μου άρεσε απολύτως τίποτα.

‘Ηταν Δευτέρα πρωί, γύρω στις 08.00.

Παρακολουθούσαμε όλοι με μεγάλη αγωνία το ταβάνι, την απόχρωση του σοβά, την οθόνη του ipod (τότε), ενώ ο πολύ γλυκός αλλά και ολίγον βαρετός καθηγητής έδινε διάλεξη.

Εκεί που άπλωνα το χέρι να σκουντήξω το διπλανό μου να πούμε καμιά κουβέντα στη νοηματική (μην ενοχλούμε κιόλας), χτυπάει η πόρτα και μπαίνουν δύο «μοντέλα».

Τα παιδιά ήταν πραγματικά σαν να έχουν βγει από διαφήμιση με ρολόγια.

Απ αυτές που δείχνουν κάτι απίστευτα γοητευτικούς τύπους με ματάρες κι εσύ ψάχνεις μάταια να βρεις το διαφημιζόμενο προϊόν.

Ισπανοί ερασμίτες, καθυστέρησαν λόγω κουλτούρας αν με ρωτάς, αλλά είπαν ότι χάθηκαν διότι ήταν η πρώτη τους μέρα στη σχολή.

Δεκτό.

Και οι δύο αρκετά ψηλοί με υπέροχο χαμόγελο.

Ο ένας ανοιχτόχρωμος με γαλάζια μάτια (έχουμε κι εμείς τις αδυναμίες μας) και ο άλλος μελαχρινός, με ζεστά σκούρα μάτια και μαλλιά.

Τι να σας λέω. Στην αίθουσα να επικρατεί αναβρασμός.

Δεν υπήρχε κανείς που να μην σχολίασε την αψεγάδιαστη εμφάνισή τους.

Μόλις συνειδητοποίησα ότι θα περάσουμε όλο το εξάμηνο μαζί, πήρα κι εγώ τα πάνω μου.

Και εικαστικά καθαρά να το δεις, ήταν μια άκρως ενδιαφέρουσα προσθήκη.

Περνούσαν οι μήνες και το κονσεπτ ήταν «φάτε μάτια ψάρια».

Μου έφτανε και μου περίσσευε.

Έτσι κι αλλιώς τους θεωρούσα όπως λένε και στο χωριό μου «out of my league».

Ένα βράδυ από αυτά τα χαλαρά, που βγαίνεις για μία μπύρα (μόνο μία) αμέσως μετά το αναγνωστήριο, βρισκόμαστε για πρώτη φορά σε κοινή παρέα.

Με πλησιάζει ο ξανθός και αρχίζει την κουβέντα περί ανέμων και υδάτων.

Λίγο να με ρωτάει με αυτή την αστεία προφορά, που έχουμε κι εμείς αλλά έχουνε κι αυτοί, πότε θα γυρίσω στην Ελλάδα, λίγο τι έχουμε να διαβάσουμε για το εργαστήριο, λίγο πώς μου πάνε τα μαλλιά έτσι (κοντά αγορίστικα) και λίγο πριν φύγω με βουτάει από τη μέση και μου δίνει ένα φιλί, μα ένα φιλί!

Φυσικά και δε σταμάτησε εκεί, όταν ο μεσογειακός πολιτισμός αναδυθεί συμβαίνουν πολλά όμορφα πράγματα.

Τους παρατάμε όλους σύξυλους και ξεκινάμε bar crawling οι δυο μας.

Σταματήσαμε μόνο όταν χτύπησε το ξυπνητήρι στις 9 το πρωί.

Σερί πήγαμε για μάθημα.

Αφού πρώτα μας είχαν διώξει σχεδόν πυξ λαξ από 2 μαγαζιά, στα οποία λόγω πάθους σπάσαμε κάτι πόστερ (πολύ κοντά τα βάζουν κι αυτοί) και φυσικά αφού είχαμε φάει μπεργκερ με πατάτες για πρωινό.

Σεξ δεν κάναμε ποτέ γιατί ήξερα πως κάνουμε- δεν κάνουμε, δε θα μου ξαναμιλούσε. Ναι απ’ αυτούς έκρινα πως ήταν, κι έπεσα μέσα!

Από το μάθημα και μετά, δε με είδε, δε με ξέρει.

Παρ’ όλα αυτά, ακόμα τη θυμάμαι αυτή τη νύχτα με χαρά.

Ήταν η κοντινότερη εμπειρία που έχω με τον κόσμο του μόντελινγκ. :p