Ήταν ένα βράδυ καλοκαιρινό.
Μόλις είχα τελειώσει τη δουλειά και θα πήγαινα να συναντήσω τη φίλη μου σε μια δροσερή κι ευάερη ταράτσα!
Παίρνουμε τα ποτά μας, παραγγέλνουμε και κάτι για τη μέση (ξέρετε πως πάνε αυτά) και ξεκινάει η κουβέντα.
Είχαμε αρκετό καιρό να βρεθούμε μιας και μένουμε σε διαφορετικές ηπείρους οπότε ήμασταν απόλυτα απορροφημένες η μία από την άλλη.
Έρχεται κάποια στιγμή να κάτσει δίπλα μας μια παρέα «μικρών», πρέπει να ήταν γύρω στα 24.
Άρχισε ένα κάποιο καμάκι, βγήκαμε και «γνωστοί», κατά τρόπο που δε θα αναλύσω εδώ, οπότε γίναμε άθελά μας μια παρέα.
Το άθελα, το εννοώ.
Είχα τόσο καιρό να δω τη φίλη μου ώστε δεν υπήρχε χρόνος για τσιτσίνισμα.
Παρ’ όλα αυτά ήταν ένας τύπος που επέμενε, και επέμενε και επέμενε.
Έ, στο τέλος τον είπα καραγκιόζη.
Αυτό ήταν! Με αγάπησε.
(Πως σκέφτεστε οι άντρες, δε θα καταλάβω ποτέ).
Με αγάπησε λοιπόν και με εξαιρετικά διπλωματικό τρόπο απέσπασε και τον αριθμό του κινητού μου.
Old school ο πιτσιρικάς και αποτελεσματικότατος.
Μετά από δύο κλίσεις αναπάντητες είπα να το σηκώσω.
Όταν κάποιος που έχει γεννηθεί το ’94 σε παίρνει το 2018 στο τηλέφωνο, απλά το σηκώνεις.
Μιλήσαμε λοιπόν, βγήκαμε και ένα πρώτο ραντεβού το οποίο ήταν ίσως το καλύτερο που έχω πάει και μετά… «silver altert».
Εξαφανισμένος ο μικρός για κάνα 10ήμερο.
Δεν ασχολήθηκα περαιτέρω.
Έτσι κι αλλιώς κι αυτός εμένε εκτός Ελλάδας, θα έφευγε σύντομα, δεν είχα να περιμένω κάτι.
Μετά την επιστροφή απ το Βερολίνο, όπως έμαθα εκ των υστέρων, μου τηλεφώνησε για να μου πει τα νέα του και να μου ζητήσει να κανονίσουμε νέα συνάντηση άμεσα.
– Ωραία, του λέω.
– Είμαι από κάτω, πάρε μαγιό και κατέβα, μου λέει.
Αιφνιδιάστηκα!
Δε θα κρύψω όμως ότι υπέκυψα σχετικά εύκολα καθώς είναι η αδυναμία μου αυτά τα ξαφνικά.
Δείχνουν τρέλα και καμιά φορά και χαρακτήρα.
Κατεβαίνω σχεδόν τρέχοντας τις σκάλες κι μπαίνω μέσα στο αυτοκίνητο με τη χαβαγιάνα κι ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά.
Μου λέει τότε το αγόρι:
– Μη φρικάρεις αλλά έχω κλείσει δωμάτιο σε ξενοδοχείο.
Τι να μη φρικάρω χρυσέ μου! 5 χρώματα άλλαξα με τελική επιλογή το εκρού. Μου έφυγε και το χαμόγελο.
Πέρασαν από μπροστά μου όσα επεισόδια κόκκινου κύκλου είχα δει (μαζί με το σαουντρακ) και πόνεσαν τα μάτια μου να τον παρατηρώ εξωνυχιστικά για να δω αν «τον έχω» σε περίπτωση που χρειαστεί να παίξουμε ξύλο.
Ευτυχώς κάτι κατάλαβε από όλα αυτά και έσπευσε να βάλει τέλος στο μαρτύριό μου:
-Ήθελα να κάνω τζακούζι σήμερα, μου λέει, κι έχω κλείσει μια σουίτα.
– Θα πάω με ή χωρίς εσένα. Διάλεξε με την ησυχία σου.
Προσπερνάμε το surreal της κατάστασης, ότι δηλαδή είμαι στο αυτοκίνητο ενός τύπου που δεν ξέρω για να πάμε μαζί σε σουίτα με τζακούζι, και καταλήγουμε με ασφάλεια στον τρίτο όροφο πολυτελούς ξενοδοχείου.
Τον εμπιστεύτηκα πάρα την τρομάρα μου.
Δεδομένης της ηλικίας και του τίτλου της ιστορίας, και λίγα κάνει!
Εκεί λοιπόν, ανάμεσα στις μπουρμπουλήθρες, βρίσκομαι εγώ ένα βράδυ καθημερινής να πίνω σαμπάνια και να ακούω τζαζ.
Τύφλα να χει η Σάρα- Τζέσικα (Πάρκερ).
Το όνειρο κράτησε μέχρι να μουλιάσω και ήταν πραγματικά υπέροχο.
Και η συζήτηση και η ατμόσφαιρα και η παρέα. Ήταν όλα άψογα.
Αφού στέγνωσα τα ωραία ροζ μαλλιά μου και ξετυλίχτηκα απ το μπουρνούζι μου, πήρα ένα ραδιοταξί παρακαλώ, και γύρισα απόλυτα ικανοποιημένη στο σπίτι.
Ξυπνούσα νωρίς αύριο.
Αυτός θα έμενε, όπως είχε πει, με ή χωρίς εμένα.
Οπότε τον ευχαρίστησα μέσα απ την καρδιά μου και τον άφησα «χωρίς».
Ι wasn’t in the mood really.
Πάντως ήταν απ τα καλύτερα και σίγουρα πιο ασυνήθιστα ραντεβού που έχω πάει ποτέ.
(Μη κράζουμε μόνο, ας πούμε κι ένα καλό λόγο. Όπως υπάρχουν τα «άλλα», υπάρχουν και «αυτά» 🙂 )