«Κι αν λέω ψέματα…»

Ήταν άνοιξη κι εγώ ήμουν κλεισμένη στο δωμάτιο με λίτρα καφέ, ακουστικά και διάβασμα.

Την άνοιξη τη μισούσα πάντα γιατί ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με εξετάσεις.

Μία οι ενδοσχολικές, μία οι ξένες γλώσσες μετά η εξεταστική. Πόσα να αντέξει μια νεανική ψυχή;

Καμία ανεμελιά και καμία χαρά στη δική μου φύση, μηδέν.

Έτσι και τότε, είχαν αρχίσει οι μυρωδιές και τα χρώματα μα εγώ απείχα.

Ήταν ακόμη ένα βράδυ με στρες και απελπισία μέχρι που χτυπάει το τηλέφωνο.

Είχα πρόσκληση για ταινία. Είχα και σχέση βέβαια τότε (αυτή με τη σκόνη και τα θρύψαλα) οπότε λέω τι ψυχή έχει μια ταινία, ειδικά όταν είναι του Ταραντίνο.

Πήγα λοιπόν σε ένα πολύ ωραίο σπίτι στο κέντρο με εξαιρετική θέα. Είχε ξύλινο πάτωμα, γωνιακό χουχουλιάρικο καναπέ, πίτσα, μπύρες και παγωτό.

Μιλάμε για «το τέλειο σπίτι».

Όλα αυτά μαζί με την complicated διάθεσή μου έκαναν την παρέα να φαντάζει ελκυστική.

Ξεκινάει η ταινία, την είχα ξαναδεί και στην τελική ποιος νοιάζεται.

Αυτό που μας ένοιαζε ήταν ότι ξεκινάει και το χέρι του να χαϊδεύει απαλά το πόδι μου, τα χέρια μετά να μπλέκονται τρυφερά μεταξύ τους και σιγά σιγά ακουμπάει το κεφάλι του στον ώμο μου.

Στο ύψος μου εγώ (1.63).

Δεν αντιδρούσα αλλά δε σιγοντάριζα κιόλας.

Μη το κουράζω, τελειώνει η ταινία και λίγο πριν φτάσουμε στην «πρώτη βάση» τα μαζεύω άρον άρον και φεύγω.

Έμεινε ο κύριος παγωτό, να κάνει παρέα στο άλλο.

What to do!

Με έπιασαν οι τύψεις κι έγινα καπνός.

Πάνω στην αναταραχή, εννοείται πως μου έχει ανοίξει η όρεξη.

Η ώρα είναι γύρω στις 4, δεν αγχώνομαι, παίρνω μία φίλη που ήξερα ότι θα είναι ξύπνια και κανονίζουμε μεταμεσονύκτια συνάντηση (περιέχει τοποθέτηση προϊόντος) στα KFC.

Στο δρόμο του guilty pleasure και ενώ σκέφτομαι ότι δεν έγινε τίποτα, που όντως δεν είχε γίνει, ότι δεν πιάνεται σαν ατόπημα ότι είναι σα να μην πήγα εκεί ποτέ, ένας κουβάς με νερό με επαναφέρει στην πραγματικότητα.

Δεν αστειεύομαι.

Όπως είχα εγώ όρεξη για μπεργκερ, είχε και ο ένοικος του πέμπτου για μπουγέλο.

Με πέτυχε και καλά ο άτιμος, τον έφαγα όλο τον κουβά (εννοώ το νερό).

Ήταν φανερό πως κάποιος μου έκανε πλάκα, κάποιος «από ψηλά».

Φτάνω στο μαγαζί σαστισμένη και λούτσα, με βλέπει η φίλη μου, που ήξερε που ήμουν, και με ρωτάει:

1. -Έβρεξε;

(True Story! Άλλο τζιμάνι κι αυτή)

2. – Συγγνώμη, αλλά πώς τη βρίσκετε εσείς;

Ηθικό δίδαγμα/ Όταν είμαστε σε σχέση:

1. Κομμένο το φλερτ. Μαχαίρι.

2. Αν πάμε δε και για φαΐ μετά… να πέσει κουβάς να μας κάψει!